Καπετάνιος στην καρδιά..

Ο καπετάν Σίφης γυάλιζε τη μικρή του φίλη στο λιμάνι..Εχουνε χρόνια σχέση οι 2 τους. Απίστευτα ταξίδια… Εχουνε ψαρέψει μαζί, έχουνε βρεθεί σε φουρτούνες, έχουν περάσει στεναχώριες μαζί και έχουν κάνει γλέντια με φίλους. Η βάρκα έχει τόσες εικόνες στο μυαλό απο το φίλο της. Της έχει πει μυστικά που άλλοι δεν τα κατέχουνε, τον έχει δει να κλαίει με λυγμούς για την κυρά του που έχασε πριν κάμποσα χρόνια, τον έχει δει να θυμώνει και να σπάει ο,τι είχε μπροστά του σαν άγριο λιοντάρι σαν πεινασμένος λύκος..Κι άλλες φορές σε θάλασσα γυαλί τον έχει ακούσει μουδιασμένη να τραγουδά ριζίτικα που αγγίζανε τα γλαρόπουλα και ερχόντουσαν πιο πέρα στο ταξίδι μαζί τους…και αγγίζανε βράχους βουνά όταν περνάγανε κοντά απο το νησί…και αγριεύανε τα ψάρια… Εχει κάτι η φωνή του που τον κάνει επιβλητικό..τον καπετάνιο..
Απο τότε που συναντήθηκαν βάλανε και 2 τους μπροστά την αγάπη τους για τη θάλασσα και την κάνανε παντιέρα στα ταξίδια τους.  Η θάλασσα ήταν πάντα οδηγός στα σχέδιά τους…στα όνειρά τους… Ο καπετάνιος ένιωθε πως μπορούσε να κουμαντάρει την ίδια τη θάλασσα και ας κινδύνεψε μια φορά να χάσει τη ζωή του και να γκρεμοτσακιστούν και οι 2 τους σε άγρια βράχια..δεν το έβαζε κάτω.. Τώρα τον βλέπεις τον περισσότερο καιρό αραγμένο στο λιμάνι του Ρεθύμνου και με τη βάρκα του λίγο πιο πέρα από τα τουριστικά κρουαζιερόπλοια που σιχτιρίζει.. «Το χίλιο το διάολό ντους μέσα..» λέει με αγριεμένο ύφος αλλά κάνει πως δε δίνει σημασία…και συνεχίζει να την περιποιείται… Εχασε πλέον τις δυνάμεις του…και δε μπορεί τα μακρινά ταξίδια κουράζεται… Μόνο μία στο τόσο…πίνει μια γερή τσικουδιά…σκουπίζει όπως όπως τα περήφανα γένεια του που γυαλίζουν οι σταγόνες πάνω τους στον ήλιο και παίρνει απόφαση και φεύγει προς τα έξω… Τότε η φίλη του βάζει τα καλά της…παίρνει κι αυτή δυνάμεις απο το πείσμα του γέρου και κάνει τις καλύτερες διαδρομές..
Μια μέρα λοιπόν,  ήρθανε απο ένα περιοδικό να του πάρουνε συνέντευξη. Ως γνήσιος Κρητικός δεν τους έδιωξε. Τους κέρασε τσικουδιά και κάθισε μαζί τους…να κουβεντιάσει. Τους αγαπά τους ανθρώπους και ας τριγυρνά μόνος από τότε που βαλε το πένθος στη ζωή του.
– Καπετάν Σίφη, πες μου του λέει η δημοσιογράφος με δυνατή φωνή, πές μου μόνος σου ζεις εδώ μέσα? Δεν μένεις στο σπίτι σου?
– Μικρή μου δε με χωρά το σπίτι μου. Παει καιρός απ’ άνοιγα την πόρτα του σπιτιού και λαμπα σα μικρο παλληκαράκι απ τη χαρά μου
– Και βολεύεσαι εδώ στη βάρκα καπετάνιε μου? του λέει δειλά..
– Ξάνοιξε κοπελιά μου. Επά και της δείχνει είναι η βάρκα μου..επαέ και το κρεβάτι μου. Παραθύρι δεν έχω..γιάντα δεν το χρειάζομαι. Εχω τη θέα της θάλασσας όποτε θέλει να γλακά η ματιά μου. Αμα πεινάσω θα πιάσω κανά ψαράκι να φάω γή θα βουτήξω να πιάσω 2-3 αχινιούς να τους εφάω με λίγο παξιμάδι.  ήντα άλλο πράμα να γυρεύω. Εχω 2 φίλες μαζί μου συνέχεια. Ετουτηνε τη βάρκα και τη θάλασσα. 2 γυναίκες στη ζωή μου..ήντα άλλο να θέλω στα γεράματα ε? και της γελάει
Γελά και εκείνη…είναι απλό αυτό που της περιγράφει ..αλλά όσο μοναχικο και να ακούγεται δε χωρά άλλη ερώτηση..και αλλάζει το θέμα
– Καπετάνιε μου, αν σου λεγα να θυμηθείς πότε κινδύνεψες περισσότερο ποια στιγμή θα θυμοσουν? του λέει με ενδιαφέρον
– Α…κοπελιά μου… Οντεν είμαστε μικροί κάνουμε κουζουλάδες..θαρρούμε πως κατέουμε τα πάντα οι μπουνταλάδες μα δε κατέουμε πράμα…Ετσα κι εγώ. Ηντα νομίζεις μπορώ να διαφέρω εγώ μωρέ απ τσ’ άλλους? Οη δα..  Μια μέρα λοιπόν έβαλα στοίχημα με τον εαυτό μου να οργώσω τη φουρτουνιασμένη θάλασσα αψηφώντας τα δελτία και όλα. Ενόμιζα πως είμαι πιο δυνατός απο εκείνη..Πως μπορώ να τη μερέψω..δεν ξέρω κι εγώ ήντα σκεφτόμουν τότες. Πήρα τη δόλια τη βάρκα που γρύλλιζε από το φόβο τση και βγήκα στα ανοιχτά..Ομως όπως κάνουν και οι γυναίκες έτσα και η θάλασσα αγρίεψε που όλο εγωισμό ήθελα να της δείξω οτι μπορώ να τη τιθασεύσω..και με χόρεψε όσο δεν πήγαινε άλλο. Κάποια στιγμή έχασα τις δυνάμεις μου..η βάρκα δεν άντεχε και τα βράχια ήταν μπροστά μας..το ξερα οτι είχα χάσει..είχα καταλάβει πως έκαμα βλακεία…και γονατίζω πάνω στη βάρκα μου…και της λέω «Σγχώρα με θάλασσά μου..σγχώρα με..έχω γυναίκα εκειά στο λιμάνι που με περιμένει..μην τσι φορέσεις τα μαύρα..από τη μπουνταλιά μου..!»  Δεν ξέρω ηντά γινε..λυποθύμησα από την αδυναμία..και ξύπνησα με τη βάρκα αραγμένη σε ένα κόλπο και αλώβητη. Από τότε δε σου λέω οτι έγινα και ο καλύτερος..αλλά ναι.από τότε τη θάλασσα τη σεβόμουν. Εγινα ο νοικοκύρης της. Ο φίλος της. Και θαρρώ πως το κατάλαβε γιατί ποτέ ξανά δε μου θύμωσε τόσο…
Η δημοσιογράφος έχει κάτσει σαν μικρό παιδάκι και παρακολουθεί..Μαγεύει η φωνή του γέρου…
– Καπετανιε μου…του λέει γλυκά..Και αν σε ρωτήσω ποια ήταν ως τώρα η πιο όμορφη στιγμή στη βάρκα ποια θα μου λεγες?
– Αχ….κοπελιά ήντα μου λες τώρα… Ολες οι στιγμές στη βάρκα μου όμορφες ήταν. Και οι δύσκολες και οι άσχημες και οι χαρουμενες. Κι άμα σου πει κιανείς οτι ο πόνος ή ο θυμός δεν είναι όμορφος να μην του ξαναμιλήσεις γιαντα θα χάνεις το χρόνο σου μαζί ντου..γιατί δεν κατέει ήντα θα πει ομορφιά.. Αν ομως μου ζητάς ποια στιγμή δεν ήθελα να φύγει ποτέ τση…ε τότε θα σου πω μια που δεν έφυγε ποτέ από το μυαλό μου..και ούτε θα φύγει ώστε να κλείσω τα μάτια μου..
Ημουνα εδώ να λίγο πιο πέρα …στο λιμάνι και φώναζα του φίλου μου του Γιώργη απο μακριά να μου φέρει έναν καφέ και λίγο παξιμάδι να κάτσουμε να τα πούμε..  Ήμουν χαρούμενος εκείνη τη μέρα ούτε ήξερα το λόγο.. Ετραγουδουσα στιχάκια από τον Ερωτόκριτο..όντε την είδα απο μακριά να πορπατεί.. Πέρασε από δίπλα μου με βήμα αργό..και όντεν έφτασε κοντά μου.. μου χαμογέλασε και ύστερα απ τη ντροπή τση χαμήλωσε τη κεφαλή τση και έφυγε… Ενόμιζα πως η καρδιά μου θα βγει από το σώμα μου…Πριν φύγει μακριά..εσηκώθηκα πάνω στη βάρκα και τση φώναξα » Εε….όμορφη κοπελιάααααα!! Εσένα εγώ μωρέ θα σε κάνω γυναίκα μου!!» ..Εκείνη σταμάτησε το περπάτημα γύρισε πίσω τση, με κοίταξε απο πάνω ως κάτω και μου πε δυνατά «Τόλμα!» και έφυγε γρήγορα. Ηξερα τότες ότι είχα να κάνω με μια ξεχωριστή γυναίκα..Κι αυτό έκανα. Ετόλμησα. Και τώρα εδά που σου μιλάω δακρυσμένος είμαι ο πιο ευτυχισμένος τολμηρός Κρητικός όλου του κόσμου..
Σκούπισε βιαστικά τα μάτια ντου και σηκώθηκε όρθιος
– Πράμα άλλο δεν έχουμε να πούμε ε? της είπε δυνατά
– Οχι..του είπε δακρυσμένη και η δημοσιογράφος. Σε ευχαριστώ καπετάνιε μου.. και τον χαιρέτησε

Λένε πολλά για τους Κρητικούς…μα δεν ξέρουν ήντα καρδιά έχουνε.. Καρδιά σαν τη θάλασσά τους που χουν γύρω τους. Λίγο να τη σεβαστείς …και σου τη χαρίζουν..

Advertisements