α π λ ά…

Στέκω στην εξώπορτα του σπιτιού του θείου και της θείας που κοιμούνται στο μέσα δωμάτιο. Ανοιγω διακριτικά και ήσυχα την πόρτα και τρυπώνω στον όμορφο καναπέ τους. Μου μάθανε  να ανοίγω την πόρτα ό,τι ώρα θέλω. Δε φοβάμαι μην ντραπούν αν με βρούνε μέσα όταν ξυπνήσουν. Ούτε οτι θα τους τρομάξω ανησυχώ.  Το σπίτι τους ήταν πάντα ανοιχτό.  Θα αρπάξω κουλουράκι από τα κεράσματα της θείας και θα κάτσω κοντά στο παράθυρο να χαζέψω την αυλή με τις βοκαμβίλιες και τις πηλινες γλάστρες του παππού και του θείου. Συναίσθημα ομορφο. Κίνηση απλή το κλακ της εξώπορτας…το παφ στον ομορφο καναπέ…

Σκέφτομαι το φίλο στα ξαφνικά και η σκέψη πλημμυρίζει από κουβέντες μας και στιγμές. Θυμήθηκα μια δύσκολη στιγμή του και πονώ και νιώθω μαζί του σε αυτο το λεπτό.  Στο ίδιο λεπτό χωρίς ντροπή και όρια, χωρίς πρέπει θα πω ένα γεια σου τι κάνεις? Ενα γεια είμαι εδώ! Χωρίς να πιέσω θα εμφανίσω το χαιρετισμό μου στην πόρτα του διακριτικά για να μη νιώθει μόνος. Για να ξέρει οτι υπάρχει χέρι που ξέρει να χαιρετά και να σφίγγει. Δε χρειάζονται πολλά. Έμαθα να χαιρετώ. Κίνηση απλή…ο κυματισμός του χεριού στον αέρα…

Στο φανάρι που περνώ κάθε μέρα, ο μικρός μου ο φίλος με το μπόλικο μούσι περιμένει να καθαρίσει ένα τζάμι για να μπορέσει να φάει.. Κοιτάζω το πορτοφόλι μου.  Ένα για το δικό μου καφέ και ένα για το δικό του.  Να τον πιούμε μαζί και ας είμαστε αλλού…θα νιώθω οτι κάτσαμε σε ένα κοινό τραπέζι… Θα του κάνω κίνηση με το χέρι μου να έρθει κοντά.  Καμιά φορά θα κατεβάσω απλά το τζάμι να κουβεντιάσουμε. Θα σκύψει το κεφάλι του και θα μου γελάσει. Θα μου πει «φιλε είσαι καλα?» και θα γελάσω και θα του πω «βρε φίλη είπαμε όχι φίλε» και εκείνος θα γελάσει πονηρά.  Θα με ρωτήσει αν έχουμε ακόμα απεργίες και με σπαστά ελληνικά όσα έχει καταφέρει να μάθει θα μου κάνει και την απλή του ερώτηση «φίλε τι θα γίνει μετά?»΄… και εγώ θα του ανασηκώσω τους ώμους και σε κοινή γλώσσα εκείνος θα σβήσει το χαμόγελό του… Θα του δώσω ο,τι μπορώ. Καμιά φορά δεν έχω τίποτα. Καμιά φορα και εκείνος θα πει οτι θέλει να μου το καθαρίσει χωρίς να του δώσω κάτι… Κίνηση απλή… το έλα του χεριού μου και το γκλιν του μικρού μου νομίσματος…

Βιαστικά και βαρετά φτάνω στο σπίτι απο τη δουλειά. Ο γείτονας παλεύει στον κήπο. Δε με έχει δει. Εχω δυο επιλογές.  Να χωθώ στο σπίτι γρήγορα ή να του μιλήσω.  Σταματώ την αδικαιολόγητη βιασύνη μου και του μιλάω δυνατά για να με ακούσει και να σηκώσει το κεφάλι του.  Θα με ρωτήσει το απλό το πάναπλο ¨είσαι καλά?» και εγώ θα του γελάσω. Από την πόρτα θα ξεπροβάλλει η γλυκειά του γυναίκα . Στάσου θα πει να σε κεράσω… Κίνηση απλή…η επιλογή της καλησπέρας από το βιαστικό μπαμ της πόρτας του αυτοκινήτου και το γκλιν των κλειδιών μου στην πόρτα του σπιτιού…

Απλά. Ανθρώπινα.  Με το γεια και το έλα. Με το καλησπέρα και τη σιωπή.

Πόσο πολύπλοκοι όλοι μας.  Καμιά φορά γελάω με τις στενές ασφυκτικές μασκούλες και τους ανάλαφρους εγωισμούς τους τυφλούς και τους ξυλινους…

Χα…

Advertisements