Ρίζα…

Τρέμω μέσα μου νίωθωντας τους προγόνους μου. Όχι. Όταν λέω τρέμω δεν εννοώ φοβάμαι ούτε βλέπει κανείς το τρέμουλό μου. Τρέμω στην καρδιά και στο μυαλό. Στην ψυχή. Να εκεί δα τρέμω πολύ περισσότερο..

Βλέπω καμιά φορά στις μοναχικές μου στιγμές – εκείνες που που οι άλλοι θα με πουν αφηρημένη – με το βλέμμα μακριά σε βουνά ή σε ανθρώπινες στιγμές και σκέφτομαι εκείνους που έχω μέσα μου. Καμιά φορά ο χρόνος που αφιερώνω είναι μια μικρή τιμή στο παρελθόν των προσωπικών μου σκιών. Σηκώνω το χέρι ψηλά, χαζεύω τις αρθρώσεις του, τον τρόπο που λυγίζω τα δάχτυλά μου. Μακριά δάχτυλα που κάποτε βρήκανε διέξοδο στο πιάνο. Το χέρι κάνει κύματα στον αέρα, ο ήλιος πέφτει πάνω του και οι σκιές που αφήνει στο πέτρινο τοίχο μοιάζουν με κρητικο χορό…

Υπάρχω λεώ. Υπάρχω με παρελθόν. Πώς λύγιζε ο παππούς μου ο λεβέντης το χέρι του? Πώς γύριζε το τροχό και ανύψωνε πυθάρια με λάσπη υγρή στο χέρι? Πώς σήκωνε το χέρι του ψηλά και φώναζε «Ως εδώ!» με βροντερή φωνή? Κι ο προπάππους μου? Γέλαγε? Χόρευε? Πώς έκλαιγε? Έκλαψε ποτέ? Δε μπορεί..

Κλείνω το χέρι γροθιά απόψε και χαζεύω από ένα παλιό και φθαρμένο παράθυρο…θέα στα βουνά, αέρας με μυρωδιές από γεράνια και βασιλικό ανακατεμένες με μυρωδιές ζώων και με ήχους του αέρα, των γαιδουριών, των προβάτων που κουδουνίζουν, της γιαγιάς και του παππού που συζητάνε γύρω από τη ξυλόσομπα.. Ανοίγω με το άλλο χέρι μου το παράθυρο διάπλατα. Δεν κρυώνω. Φωνάζω σιωπηλά! Με βλέπετε? Είμαι εδώ τους λέω και σας καλεί η πεινασμένη μου ψυχή…

Στον τόπο αυτο που έφτασα πάτησα στέρεα. Παράξενο και αυτό. Κάθε φορά που πατώ εδώ, πατώ ΣΤΕΡΕΑ ξαναλέω από μέσα μου. Πώς γίνεται? Είναι οι παιδικές μου αναμνήσεις? Ή κάτι άλλο πιο βαθύ? Δε θα διαλέξω το πρώτο. Είναι επιφανειακό και βολικό. Δε βολεύω τη λογική όσο κι αν θέλει. Δε θέλω να βλέπω μόνο όσα φαίνονται. Κλείνω τα μάτια και νιώθω. Το πήλινο με το αχνιστο φαγητό της γιαγιάς που κουβάλαγε ο μικρός της γιος στα χωράφια για να φάνε οι άλλοι. Τη μάλλινη κάπα που φορούσε για να μην κρυώνει μέχρι να φάνε και να γυρίσει πίσω. Βλέπω κάποιον που δε γνώρισα ποτέ να σκουπίζει με το δυνατό του χέρι τα βρεγμένα από λίγο κόκκινο κρασί γένια του.  Ακούω τη γυναίκα του που κάνει τα πάντα στο σπίτι να βαριανασαίνει χωρίς να παραπονιέται ποτέ…

Υπάρχω. Όχι γιατί σκέφτομαι Καρτέσιέ μου. Όχι. Υπάρχω γιατί υπήρξαν. Το μικρό τους τρισέγγονο πετάει με δύναμη μια μπάλλα και αυτή μπιστά. Κάθε χτύπος της έχει και ένα χαχανητό για το μικρό απόγονο και μια ευχή…

Στο νησί αυτο πατώ στέρεα. Και η φθινοπωρινή μου επαφή με μαύρα στιβάνια και οι ιστορίες οι παλιές ξυπνάνε τον κόσμο που κρύβω μέσα μου. Ναι στο νησί αυτο πατώ στέρεα. Ανήκω. Ναι ανήκω! Ξέρω οτι ανήκω. Αλλάζω κάθε που πατώ.  Αλλάζω βήμα, φωνή, χαμόγελο, ομιλία. Βαραίνω το κ, το γ, το λ. Το χέρι το δίνω πιο σφιχτά. Την καρδιά τη δίνω πιο ζεστή. Εμπιστεύομαι περισσότερο!

Στο νησί αυτό πατώ στέρεα με τις ρίζες μου μαζί. Με σιγουριά. Δε χρειάστηκε ποτέ να βροντοφωνάξω ποια είμαι. Ούτε και να αποδείξω κάτι ούτε και να υπερασπιστώ το είναι μου.  Δε συστηθήκαμε ποτέ. Με περίμενε να γεννηθώ. Με περιμένει να έρθω. Ζούμε μαζί. Ειναι τόσο περήφανο αυτό το συναίσθημα που οποιοσδήποτε πάει να το λερώσει με ειρωνικά σχόλια καταντά γελοίος, λίγος και φτωχός. Και ακάτεχος…περασάρης σε αυτή τη τόση δα ζωή μας..

Ρίζα.. ρίζα που όταν φεύγει ομοαίματος..κλαδί από το δεντρί μας το μεγάλο..ανεμοδέρνεται ολόκληρο και σπαρταρά για τη μεγάλη απώλεια…και πονά και βγάζει το βαθύ του το μονάκριβο αχ..

Ρίζα.. που νιώθω να βλασταρά μέσα μου και να ανθίζει να με κάνει δυνατή… Είμαι εγώ και στο χέρι μου κρατώ χρυσούς βοηθούς ομοιδεάτες και οδηγητές. Ταξιδευτές και πεισματάρηδες. Στο γέλιο μου χωρώ το γέλιο τους. Οφείλω να το σκορπίζω συχνά, να το μεγαλώνω..είναι η δύναμη του δέντρου μου…το γνώρισμά μας το ακριβό.

Ρίζα στέρεη του γέρικου δέντρου που έχει τρυπώσει στον πυρήνα της γης δίχως να καίγεται…δε λιώνει, μόνο νιώθει την περιστροφή της..και τη δική μου..μαζί..

Ανοίγω τη γροθιά…χαμηλώνω το βλέμμα..Τιμώ. Ευχαριστώ. Και ξέρω ναι..υπάρχω στέρεα. Νιώθω..Τρέμω..
Γροικώ…

Advertisements