Κοκκινη κλωστή δεμένη…

«….άμα σπάσει η κλωστή πέφτει και το σκοτάδι, αμα  είναι όλοι μαζί  θα βγουν απ το πηγάδι…»

Μια φορά και έναν καιρό, ήταν ένας μικρός ανθρωπάκος. Ούτε πολύ ψηλός ούτε πολύ κοντός. Ούτε πολύ όμορφος. Ούτε πολύ άσχημος. Ουτε πολύ μελαχροινος ούτε πολύ ξανθός. Ούτε πολύ αδύνατος ούτε πολύ χοντρός. Ούτε πολύ δυνατός ούτε πολύ αδύναμος. Το σίγουρο ομως  ήταν οτι δεν ήταν ποτέ μα ποτέ γελαστός..

Τριγυρνούσε στους δρόμους πάντα σκυφτός και κατσούφης  με ένα μαύρο παλτό τυλιγμένο στο σώμα του κρατώντας το γιακά με τα δυο του τα χέρια προστατεύοντας το λαιμό του από το κρύο…. Κάθε λίγο σήκωνε το κεφάλι κοιτάζοντας τους ανθρώπους με κοφτερή θυμωμένη ματιά γύρω του και μουρμούραγε εκνευρισμένος . Τη μια τον πείραζε η βιασύνη τους, την άλλη οι κόρνες των  αυτοκινήτων, την άλλη θύμωνε με τους κουλουράδες που εμποδίζανε το δρόμο του…την άλλη τα βαζε με τα παιδιά της κάθε γειτονιάς που φωνάζανε δυνατά και πετάγανε μπάλες απο εδώ κι απο εκεί….

Κάθε που πλησίαζαν Χριστούγεννα γινόταν ακόμα πιο σκοτεινός. Δεν άντεχε καθόλου τα χριστουγεννιάτικα στολίδια, τα λαμπιόνια..εκνευριζόταν με τα κάλαντα και τις ιστορίες για τον Αγιο Βασίλη.. Στο σπίτι του ήταν όλα σκοτεινά. Παράθυρα δεν άνοιγε ποτέ και κανείς δεν ήξερε πώς είναι το σπίτι του, αν έχει έπιπλα, αν τρώει αν κοιμάται εκεί μέσα… Ολοι στη γειτονιά τον ήξεραν αλλά κανείς δεν του μιλούσε. Πώς να μιλήσεις σε κάποιον που σε κοιτάζει τόσο θυμωμένα..σε τέτοιους καιρούς?

Κάποια μέρα που περπάταγε σε έναν απο τους εκνευριστικά χριστουγεννιάτικους δρόμους και προσπαθούσε να ξεφύγει από το μπουλούκι του κόσμου και δεν τα κατάφερνε, χτύπησε κανά δυο στο διάβα του και πέρασε το δρόμο βρίζοντας…πηγαίνοντας στο απέναντι πάρκο να καθίσει σε ένα απο τα άδεια παγκάκια μέχρι να κλείσουν τα μαγαζιά για να καταφέρει ήσυχος να κάνει τον περίπατό του…

Κάθισε γρήγορα σε ένα παγκάκι μαζεύτηκε στη μια γωνιά του και κοιτούσε με θυμό το απέναντι πλήθος…Εβγαλε από την τσέπη του ένα μισοφαγωμένο μήλο που μάλλον ροκάνιζε από το πρωί στα μαύρα χάλια που ήταν και χάθηκε στις σκέψεις του.Τόσο βυθισμένος στις σκέψεις του θα πρέπει να ήταν που δεν είδε οτι στην άλλη γωνιά στο παγκάκι καθόταν ένας πιτσιρικάς με τα πόδια τυλιγμένα σχεδόν στο πηγούνι του χωρίς παλτό μόνο με ένα σκούφο τεράστιο που κάλυπτε το μισό πρόσωπό του.  Ροκάνιζε το μήλο του μέχρι που ένιωσε την ανάσα κάποιου να τρέμει και σταμάτησε κοιτάζοντας άγρια προς το μέρος του.

–  Ησυχία δε βρίσκω, είπε θυμωμένος
–  Και γιατί την ψάχνεις; τον ρώτησε τρέμοντας ο μικρός
–  Ε? απόρησε στραβωμένος
–  Λέω γιατί ψάχνεις την ησυχία?
–  Τι γιατί..έτσι όπως τον έχετε κάνει αυτόν τον κόσμο δε τον μπορώ…! πολλή φασαρία για το τίποτα!
–  Μα κι εσύ..είσαι ένας από τον κόσμο αυτό..
–  Δεν είμαι. Εγώ δεν ανηκώ εδώ μέσα. Δεν είμαι σαν τους πολλούς!!
–  Δεν καταλαβαίνω..απόρησε ο μικρός. δε θα ταν πολλοί αν δεν ήσουν εσύ..εγώ οι άλλοι απέναντι όλοι…
–  Ουφ..μικρέ..βαριέμαι να σου εξηγήσω…ο κόσμος μου είναι παγερά αδιάφορος έτσι όπως κατάντησε..
–  Και εσύ? δε φταις σε κάτι? Ολοι οι άλλοι φταίνε?
–  Εγώ σε τι να φταίω? Με βλέπεις να ψωνίζω σαν τον διάολο? Να χασκογελάω δυνατά ενοχλώντας τους γύρω μου? Να πετάω μπάλες σαν εκείνα τα ενοχλητικά ζιζάνια?  Εγώ τη βόλτα μου..το μήλο μου..την ησυχία μου..κι ο,τι γουστάρω ..

Οση ώρα μιλούσε δε συνειδητοποίησε οτι ο μικρος είχε κλείσει τα μάτια του.  Γυρίζει να τον δει και βλέπει το κεφάλι του ακουμπισμένο στα πόδια…και πριν προλάβει να σκύψει να δει αν κοιμάται ο μικρός σωριάστηκε κάτω. Σηκώθηκε τρομαγμένος. Τον έπιασε απο το χώμα και του φώναζε αλλά ο μικρός δεν ξύπναγε. Παίρνει το μικρό αγκαλιά και τρέχει μέσα στο πλήθος…φωνάζοντας βοήθεια… Ο κουλουράς πιο δίπλα, αφήνει τα κουλούρια του όταν αντικρίζει το θέαμα και τρέχει προς το μέρος του.

– Τι έπαθε?
– Ετσι ξαφνικά λυποθύμησε κάνε κάτι
– Είναι παγωμένο. δε φοράει παλτό. Πνευμονία μπορεί..
– Πνευμονία? Γρήγοραααα φώναζε κάνοντας σβούρες ανάμεσα στον κόσμο..

Μέσα σε λίγα λεπτά ο κόσμος είχε συγκεντρωθεί γύρω. Ενα αυτοκίνητο που τόση ώρα κόρναρε μπροστά τους..βάζει χειρόφρενο και ο οδηγός βγαίνει να δει τι συμβαίνει.
– Εδώ εδώ.. φωνάζει φέρτε τον να τον πάω στο νοσοκομείο γρήγορα

Ενα από τα παιδιά που πετάγανε τη μπάλα και παίζανε βγάζει το παλτό του και του το φοράει και του βάζει γάντια στα χέρια.  Ο τυπάκος μπαίνει με το παιδί στο αυτοκίνητο και φωνάζει στον οδηγό να πάνε γρήγορα..
Το αυτοκίνητο πάει όσο πιο γρήγορα μπορεί

– Κόρναρέ τους να πανε στην άκρη κόρναρεεεεεεεε φωνάζει με αγωνία..

Με κόρνες και φωνές και μεγάλη ταχύτητα το αυτοκίνητο φτάνει στο νοσοκομείο. Οι γιατροι παραλαμβάνουν γρήγορα το μικρό. Διαγνωση πνευμονίας και ένα παιδί να σπαρταρά…

ο τυπάκος τριγυρνάει πέρα δώθε στους διαδρόμους και κλαίγοντας φωνάζει
-Σώστε το σώστε το…και ξετρυπώνει από την άλλη τσέπη του παλτού του μια  φωτογραφία και την κοιτάζει και κλαίει ακόμα πιο πολύ.. Ο οδηγός τον παίρνει αγκαλιά χωρίς να τον ρωτήσει

Σε λίγο βγαίνουν οι γιατροί..και το παίδι συνήλθε και ξεπέρασε το κίνδυνο… Ο τυπάκος χοροπηδά στους διαδρόμους κάνοντας φασαρία…σε όλο το νοσοκομείο..

Λίγες μέρες μετά παίρνει το παιδί από το νοσκομείο και πάνε σπίτι του. Τα παράθυρα είναι ανοιχτά και το σπίτι στολισμένο με λαμπάκια και δέντρο χριστουγεννιάτικο. Κάτω υπάρχει ένα δώρο σε ένα μπλε κουτί. ο μικρός το ανοίγει και βγάζει μία μπάλα. Τα παρατάνε όλα στο σπίτι και βγαίνουνε στο πεζοδρόμιο και αρχίζουν να παίζουν..και να φωνάζουν…Τα παιδιά γύρω έρχονται και αυτά και ο κουλουράς παρατά τα κουλούρια και κάνει τον τερματοφύλακα..και …

………………………… άμα είναι όλοι μαζί θα βγούνε από το πηγάδι….

Advertisements