Μη με πιστεύεις δεν είναι παραμύθι…

Από το χαλασμένο πατζούρι τρεμοπαίζει ο ήλιος και της χτυπάει το γερασμένο βλέφαρο.. Ενα μάτι ανοίγει και κλείνει. Στο τέλος ανοίγει με σιγουριά. Δεν έχει χουζούρεμα εδώ. Απλα δυσκολεύεται να σηκωθεί. Ανοίγει τα μάτια. Ξέρει οτι θα ακολουθήσει αγώνας να σταθεί καθιστή. Κάνει πέρα τα ανακατεμένα της άσπρα μαλλιά  και προσπαθεί με το αδύνατο χεράκι της να φτάσει το ρολόι του κομοδίνου. Το σηκώνει αργά και το φέρνει κοντά στα μάτια της. Πήγε 5. 

Γυρίζει ανάσκελα και κοιτάζει στο ταβάνι. Λες έτσι να βρεθεί και νεκρή? σκέφτεται. Θα ακούσει κανείς?  Πότε θα τη βρει κάποιος? αναρωτιέται. Η κυρα Δέσποινα δίπλα είναι σε χειρότερο χάλι. Ο ταχυδρόμος αργεί να φέρει κανά γράμμα. Ο φούρναρης σταμάτησε να έρχεται. Ανοιξε φούρνος πλέον στο χωριό. Θυμάται που χτίζανε το σπιτάκι του κυρ Μιχάλη του φίλου της. Τυχερός αυτός, σκέφτεται..ούτε πονεμένα κοκκαλα πια..ούτε να βρει δύναμη να σηκωθεί..και να πλύνει το πρόσωπό του. ..Αραγε θα βλέπει απο κει πάνω οτι το σπιτάκι που καθόταν απ’έξω στο στρογγυλο σκουριασμένο τραπέζι και έπινε τον πολλά βαρύ του, οτι έγινε μαγαζί με ψωμιά και κουλούρια?  Ενα ρυτιδιασμένο χαμόγελο σχηματίζεται στα ξεραμένα χειλάκια της…

-Αχ μωρέ Μιχάλη μου λεγες οτι είσαι και κοτσονάτος! Μου λεγες θα φτάσεις τα 150 και δεν έφτασες καν τα 90 σου βρε!
και με ένα μεγάλο ωωωωωχ κατάφερε να καθίσει στο παλιό της στρώμα .. Ισιώνει όσο μπορεί τα μαλλιά της τα πάει προς τα πίσω και ακουμπάει τις γέρικες παλάμες στα μάτια της…αφήνοντας λίγο λίγο να παιχνιδίζει το μοναδικο κάλεσμα της μέρας…το φως του ήλιου στο πρόσωπό της..

Απλώνει τα κοκκαλένια της ποδαράκια στις παλιές μάλλινες παντοφλες και πιέζοντας όσο μπορεί τα 2 της χέρια στο στρώμα καταφέρνει να σηκωθεί. Το ένα χέρι απλώνει αμέσως στο μαγκουράκι δίπλα της. Με αργά βήματα.. φτάνει στο μπάνιο. Ανοίγει τη βρύση και με παγωμένο νερό βρέχει το πρόσωπο και το λαιμό της..Παίρνει την πετσέτα και σκουπίζεται κοιτάζοντας την στον καθρέφτη..

– Τι κοιτάζεσαι βρε στον καθρέφτη…κοιτάζονται μωρέ οι όμορφες στον καθρέφτη?
Ταράζεται…γυρίζει πίσω στην κρεβατοκάμαρα αλλά δε βλέπει τίποτα. Ακόμα να συνηθίσει αυτήν την απουσία..Κι ας πέρασαν χρόνια. Αυτή ήταν η παρέα της. Ο άνθρωπός της…Της φώναζε όταν το φαγητό δεν είχε αλάτι κι ας το κανε για το καλό του…γκρίνιαζε οταν έχανε τα πράγματά του που του τακτοποιούσε…τον έβλεπε μεγάλωνε και γινότανε μωρό…και όμως..κάθε βράδυ στο κρεβάτι γύριζε τα μάτια της επάνω του για να κοιμηθεί…

– Παλιόγερέ μου…και σκούπισε πιο πολύ με την πετσέτα τα μάτια της…

Χτενίζει τα μαλλιά της και προχωράει στην κρεβατοκάμαρα.. Ντύνεται αργά…φορά με δυσκολία  κάλτσες στα πόδια της και φοράει τα κλειστά της μαύρα παπουτσια…Με ένα σάλι τυλίγεται και την άκρη του την ακουμπά στο πρόσωπό της. Ετοιμη… Τι έκανα κάποτε τόσες ώρες…σκέφτεται…άλλαζα παπούτσια και φορέματα…τώρα μια χαρά 2 μαύρα συνολάκια και μπουγάδα πότε στο ένα πότε στο άλλο…

Η ξύλινη πόρτα που χτύπαγε με τον αέρα όλο το βράδυ ανοίγει…και βγαίνει έξω.. Περπατά αργά..και φτάνει στην εκκλησία του χωριού… Ανοίγει το μικρό εκκλησάκι με το κλειδί που κρύβεται στο γλαστράκι δίπλα. Κάθε μέρα η ίδια δουλειά. Εκεί μέσα νιώθει λίγο πιο καλά. Ανοίγει και μπαίνει μέσα. Ανάβει τα φώτα…τα κεριά…καθαρίζει τις εικόνες..μία μία..δίνοντας τα ευχαριστώ της για τη μέρα που τη βρήκε και πάλι ορθια…για τις μέρες που έφυγαν και πέρασε καλά…και χαιρετά το γέρο της σε κάθε της βήμα.. Αργότερα θα ρθει ο παπά Γιάννης..και θα κανονίσουνε μαζί ο,τι χρειάζεται για το συσσίτιο του χωριού..Και όμως…στο χωριό με τα αμπέλια..τα ζώα και τις κότες…έχουν πλέον συσσίτιο.. Πώς αλλάξανε οι καιροί…

Ο παπά Γιάννης δεν το άντεχε καιρό..Φεύγανε τα λίγα τους παιδιά για το σχολείο χωρίς ούτε ένα ποτήρι γάλα. Κάποτε είχανε όλοι κατσίκες και χωράφια. Τώρα δεν έχει κανείς τίποτα. Δεν το άντεχε ο  παπάς…Πήρε λίγους ανθρώπους και πήγανε στο δήμαρχο..Μετά απο χρόνο κατάφεραν να έχουνε λίγα τρόφιμα απο κάποια μεγάλα χωριά. Καμιά φορά τους φέρνουν και ρούχα από την Αθήνα…

Στο χωριό ακούγεται φασαρία…βγαίνει με τον παπά στην αυλή της εκκλησίας να δούνε τι συμβαίνει.. Ερχεται ο μικρός ο Στέλιος και τραβάει το φουστάνι της..
– Τι είναι μωρέ Στελλή? του φωνάζει…τι με τραβάς?
– Ηρθαν απο τα κανάλια γιαγιαααα…. φέρανε μια κάμερα θα τραβήξουν το χωριό μαααααααααας
– Τι να τραβήξουν μωρέ τι μου λες?
– Θα μας δείξουν στην τηλεόραση γιαγια!!
– Γιατί τι κάναμε?
– Δε κάναμε κάτι! Θα διαφημίσουν το χωριό μας!
–  Γιατί? Πώς τους ήρθε? Μη πα να θέλουν να μας το γκρεμίσουν να κάνουν κι εδώ ξενοδοχεία?
είπε θυμωμένα και στράφηκε  κατα κεί να δει τι συμβαίνει…

Μια κοπέλα μικρή …ισιώνει τα μαλλιά της στον καθρέφτη του αυτοκινήτου..ξανά και ξανά…Κρατά ένα μικρόφωνο και το ανεβάζει και το κατεβάζει συνεχεια κάνοντας πρόβες.. Οταν βλέπει τη γιαγιά κάνει νόημα στο κάμεραμαν να πάνε προς τα εκεί…Της αρέσει το..»θέμα»

– Γιαγιά θα μας μιλήσεις λίγο? την πλησιάζει πρώτα χωρίς μικρόφωνο
– Να πω τι? λέει απορημένη…
– Για το χωριό..για σένα..
– Γιατί?
– Γιατί…γιατί..κομπιάζει..θέλουμε να μάθουμε για το χωριό..
– Να μάθετε γιατί?
– Να το γνωρίσουμε στον κόσμο..
– Μπα..κι από πότε ενδιαφέρθηκε ο κόσμος για τούτο δω το χωριό? Οταν κάναμε ένα χρονο να βρούμε τροφιμα για τα παιδιά μας πού ήταν?

Η κάμερα  με νόημα της μικρής ξεκινά…χωρίς να το πάρει καν χαμπάρι…

– Γιατί αργήσανε να σας βοηθήσουνε? τη ρωτάει
– Γιατί όλα αργούν κορίτσι μου σε αυτή τη χώρα..και πολλά δε γίνονται. Βλέπεις πλέον κατάφεραν και μας κλέψανε ακομα και το χρόνο..
– Το χρόνο? ρωτά χωρίς να καταλαβαίνει..
– Το χρόνο. Το πιο πολύτιμο πράγμα στο κόσμο….Δεν έχουμε πια χρόνο να σκεφτούμε..Κάποτε τα έβλεπα και σε αυτο το κουτί που δουλεύετε..αλλα πήγαινε πολύ γρήγορα για μένα και το έκλεισα. Ασε που εκνεύριζε και το γέρο μου το χαζοκούτι…Εκνευριζόταν..έβριζε..φώναζε..και να σου τα χάπια της πίεσης..να σου το κοκκίνισμα..να σου ο φόβος ο δικός μου μην πάθει τίποτα. Ετσι μια μέρα..το άνοιξα το κουτί και έκοψα κάτι καλώδια. Τον έπεισα οτι χάλασε..και οτι κοστίζει να φτιάξει..και ηρεμήσαμε…Το χρόνο λοιπόν…που δεν κάθεται ο καθένας μας  να σκεφτεί..εσένα…εμένα..τον διπλανό..
– …
– Με κοιτάς ε?  Εχεις δει πόσοι σκέφτονται εσένα? Αλλα να σε σκέφτονται πραγματικά..Οχι για να κερδίσουνε κάτι.. Να σκεφτούν αν πονάς και να σε κάνουν να γελάσεις. Να δούνε αυτό το χαμογελο που μου απλώνεις και να ξέρουν οτι είναι ψεύτικο… Να δεις εσύ εμένα και να καταλάβεις οτι δε θέλω τηλεοράσεις και κάμερες..Θέλω μονο αλήθεια και χρόνο..Μπα..πια δε θέλω το χρόνο..Ο χρόνος μου έγινε αδιάφορος οταν άδειασε η αριστερή μεριά στο κρεβάτι μου..Αλλά να..για αυτά τα μικρά θέλω να έχουνε χρόνο και αλήθειες σαν το Στελλή μου…
Ο Στελλής είχε κουρνιάσει στο φουστάνι της… και τη χάζευε γελώντας..

– Δηλαδή? λέει κομπιασμένα η μικρή…
–  Αυτός ο μικρός..θέλει χρόνο από όλους εσάς..εμάς.. Του κλέβουμε το μέλλον. Τίποτα δε θα του μείνει. Και κανείς δε σκέφτεται. Ψηφίζουμε…ξαναψηφίζουμε λέμε και ξελέμε…αλλά δεν παίρνουμε καμιά απόφαση σκεφτόμενοι το Στελλή. Μας λείπει ο χρόνος. Τρέχουμε πολύ και δε βάζουμε ετούτο να δουλέψει και ακουμπά το δάχτυλό της στο κεφάλι της..

Η κάμερα χαμηλώνει…

– Θα θελα..μια μέρα να σηκωθώ και να δω ένα σχολείο στο χωριό μας και όχι στο διπλανό. Να έχει τάξεις και θρανία γερά. Τζάμια που να μην αφήνουν να μπαίνει το κρύο. Δασκάλους που να πονάνε τα παιδιά και να τα αγαπάνε ..να διαβάζουν μαζί τους..να μη φεύγουν στην ώρα τους. Θα θελα..κάθε μέρα να ρχοταν ένα φορτηγο με τρόφιμα για όσους δεν έχουνε ούτε λάδι. Θα θελα τα φάρμακά μου να τα παιρνα απο φαρμακείο στο χωριό μου και όχι να μου τα φέρνει ο κυρ Παντελής όποτε πάει στην πόλη. Θα θελα μια μέρα να δω να έρχονται οι νέοι μας στο χωριό αυτοί που μας έφυγαν..και να γίνουν και πάλι αγρότες..να γεμίσει καλούδια η γη μας. Να ξαναδοκιμάσω ψωμί από τα χέρια της γειτόνισσας..
– Ομως…
– Ομως ναι..όπως το πες ομως..σε λίγο καιρό …που καλύτερα να μη με αξιώσει ο Θεός να το δω…δε θα μιλά κανείς αυτή τη γλώσσα…τα σπίτια μας θα γεμίσουνε ξένους…και εκείνα τα μικρά θα φύγουνε σε άλλες χώρες.. Ολοι αυτοί οι καραγκιόζηδες που βάλαμε να μας βοηθάνε είναι οι μεγαλύτεροι κλέφτες. Και εγώ ξέρω καλά πώς μοιάζει ο κλέφτης..Σαν την αλεπού που βλεπα τα μάτια της στο σκοτάδι όταν λιμπιζόταν τις κότες μου… Εκεί όμως ήξερα..έπαιρνα ένα όπλο και τη φόβιζα..Εδώ…δεν ξέρω τι να κάνω..και νομίζω κοπελιά μου πως δεν ξέρει κανένας μας..

Δεν είπε κάτι άλλο.. Πνίγεται με αυτήν την κατάντια..Τύλιξε το σάλι της πιο καλά στο πρόσωπο..έπιασε από το χέρι το Στελλή και ξεμάκρυναν… Η κοπέλα έμεινε με το μικρόφωνο στο χέρι… Ο καμεραμαν έσβησε τη κάμερα…

– Είσαι καλά? τη ρωτάει ακουμπώντας τη για πρώτη φορά στον ώμο
– Ε? κοιτάζει βουρκωμένα..
– Λέω είσαι καλά?
– Οχι δεν είμαι…

Γυρίζει την πλάτη της αργά αφήνοντας λίγο το χέρι του Στελλή…και την κοιτάζει
Και τότε εντελώς συγχρονισμένα η μία χαιρετάει την άλλη..

Advertisements