Χαμένα γράμματα

Σε ένα αεροδρόμιο θα άκουγα μια όμορφη ιστορία. Θα φανταζόμουν πολλά με το περίεργο μυαλό και τις εικόνες που δεν είχα μπροστά μου. Ο φίλος βλέπει την περιέργειά μου και αναλύει. Και εγώ τον βομβαρδίζω… Αλλα και οι δυο μας νομίζω οτι γουστάρουμε αυτό που υπήρξε παλιότερα. Μια κρυφή ιστορία. Οχι μετρημένη σε 0 και 1. Οχι σπαταλημένη σε κινητά και γρήγορα πράγματα. Μαζεμένη σε πάκους από γράμματα. Σε ένα πήγαινε έλα μιας κατάθεσης ψυχής..μιας κρυφής αγάπης που συνεχώς δυνάμωνε και ταυτόχρονα γινότανε όλο και πιο αδύναμη…κάνοντας τους 2 ήρωές μας..άρρωστους και δειλούς. Εσένα μπορεί να μη σου λέει τίποτα. Εγώ όμως είμαι κολλημένη με ιστορίες που ανήκουν εκεί πίσω..και γεννιούνται μέσα απο αληθινά φθαρμένα κίτρινα χαρτιά με καλλιγραφίες. Το είπα στο φίλο μου. Σε λίγο που θα ανοίξει ο καιρός θα με φιλοξενήσει στο νησί του. Και θα τρυπώσω θέλει δε θέλει σε αυτήν την ιστορία. Διακριτικά βρε φιλαράκιιιιιιιι!! Δε θα πω τίποτα και σε κανένα. Αλλα να…είναι που μπορώ να σου γράψω και βιβλίο αν θες..Να σου πω ένα άλλο τέλος. Οχι απαραίτητα εμπορικό. Δε μου αρέσουν οι ταινίες και τα λοβ στόρις. Μου αρέσουν τα απραγματοποίητα που έχουνε δύναμη να αλλάζουν την ροή …την  πορεία μιας ιστορίας. Μου αρέσουν οι γεμάτοι άνθρωποι που δε φοβούνται να λένε αυτό που νιώθουν. Και τότε ναι…μου αρέσουνε οι δεύτερες ευκαιρίες και ας έχουνε φύγει από τη ζωή…

Στο λεπτό αυτό…με αφιέρωση στο φίλο που με ενέπνευσε μια ηλιόλουστη μέρα..ένα δικό μου μικρό φανταστικό απόσπασμα μιας ιστορίας που θα ανακαλύψω λίγο αργότερα.. Για σένα λοιπόν..  😉 μήπως και σε βάλω στο τριπάκι να κάνεις όσα είπαμε..

«Αγαπημένη μου, πάνε έξι χρόνια τώρα. Δεν αντέχω πια. Ολοι μου οι χτύποι έχουνε γίνει ένα με σένα. Αδύνατον να σε καρτερώ πια. Εχω χάσει τον ύπνο μου. Το σώμα μου πονά. Τι άλλο πια να περιμένω? Αδύνατον. Κλείνω τα μάτια και βλέπω αχνή πια τη μορφή σου. Και όλοι μου οι πόθοι  φτιάχνουνε το πιο ωραίο είδωλό σου. Εξι χρόνια τώρα ζω με την ανάμνηση της εικόνας σου βουτηγμένος στα πανέμορφα γράμματά σου. Γέρασε πια η φωνή μου. Γέρασα απότομα κι εγώ. Μόνο η πληγωμένη μου καρδιά δεν έχει γεράσει. Το χαραγμένο όνομά σου επάνω της είναι η τροφή μου στο οποιοδήποτε σκάλωμα του χτύπου μου…σα να μου δίνεις ζωή για να αντέξω κι άλλο την απόστασή μας. Σου στέλνω ένα από τα τελευταία μου γράμματα. Το ξέρω. Δεν αντέχει άλλο πια το γέρικο σώμα μου την αναμονή. Ολοι οι γύρω μου με βλέπουν σαν τρελλό. Σε κάνεναν δε δείχνω τι φυλάω στο σεντούκι στο γραφείο. Κανείς δε βλέπει τη φωτογραφία μας εκείνη όταν ήρθες και σε είδα για πρώτη και τελευταία φορά. Δεν έχω πια να ονειρεύομαι κάτι. Δεν έχω πια να περιμένω κάτι. Ολα όσα ονειρεύτηκα με εσένα πρωταγωνίστρια..σκηνές από μια ταινία που δε γυρίστηκε ποτέ..και εγώ ο αποτυχημένος σεναριογράφος της δικής μου ζωής.. Ο έρωτάς μου ανίκανος να ξεπεράσει τα εμπόδια. Μένω εδώ. Τρελλός στο σχήμα της μορφής που αφήνει η ανάμνησή σου…εδώ τρελλός στο άκουσμα της γλυκειάς σου φωνής που μου είπε εκείνη την τρυφερή καλημέρα. Μένω εδώ μόνος σε ένα γραφείο μικρό…χωρίς να μπορώ πια να νικήσω τη μοναξιά μου. Τα νύχια μου έχουνε γυρίσει προς τα έξω. Οι γιατροί μιλάνε για θάνατο. Εγώ μιλάω για το θεριό που κρύβω μέσα μου..που βγάζει νύχια για να γατζώσει την επιθυμία που με τρέφει τον πόθο μου για αυτό που δε γίναμε ποτέ οι δυο μας. Τι να τους πω?  Πώς να νιώσουν πώς είναι να χτυπούν όλα τα φυλλοκάρδια μαζί. Σα βιβλίο που ξεφυλλίζεις κάθες φύλλο της καρδιάς μου..και σε κάθε σελίδα σαν τακτοποιημένη αρίθμηση γράφει το όνομά σου. Το βιβλίο της καρδιάς μου άρχισε όταν σε είδα και τελειώνει εδώ στην απουσία σου. Τα γράμματά μου μικραίνουν..το στεντούκι μου δε χωρά πια άλλους αναστεναγμούς…δε χωρά πια άλλο έρωτα.  Τώρα ξέρω πως δε θα σε ξαναδώ ποτέ. Οι ελπίδες μου γίνανε στάχτη στη φωτιά που κάποτε άναψε για σένα. Το σώμα μου πενθεί αυτό που δεν έζησε.  Αλοίμονο..πως αφήσαμε έξι ολόκληρα χρόνια χωρίς να βρεθούμε ποτέ? Πώς αφήσαμε τόσους να αποτελέσουν εμπόδιο σε αυτό που μας όριζε? Πώς σε άφησα να σπαρταράς μόνη σου εκεί μακριά..και δεν τσάκισα με το σπαθί της αγάπης σου δράκους και πανούργα διαολεμένα φυτά …για να περάσω όλα τα επικίνδυνα μονοπάτια εγώ σαν πρίγκηπας των δικών σου παραμυθιών και να σε φιλήσω να ξυπνήσει η ζωή σου και η δική μου που τώρα αργοσβήνει? Ενας γερασμένος πρίγκιπας πια. Δεν είμαι τίποτα πια για σένα. Απο εκείνον τον δειλό πρίγκηπα που δεν κατάφερε ποτέ να πιάσει ένα σπαθί. Που δεν κατάφερε ποτέ να καβαλικέψει ένα άσπρο άλογο και να έρθει στα σκαλιά του κάστρου σου να σε διεκδικήσει. Δειλός..ανίκανος…κοιτάζω ένα παραγεμισμένο σεντούκι. Με σιχαίνομαι σου λέω. Σιχαίνομαι αυτό που έγινα μακριά σου.  Σιχαίνομαι τα ρυτιδιασμένα μου χέρια…που τρέμουν…το μυαλό που ξεχνά…την όψη μου την άρρωστη ..τα νεκρά δαχτυλά μου που αρπάζουν την πένα για να γράψουν ξανά και ξανά…

αγαπημένη μου…δεν έχω τίποτα πια να περιμένω. συγχώρεσέ με που φάνηκα τόσο λίγος. που δεν έσπασα εγωισμούς και φόβους για να έρθω κοντά σου…να σε πάρω από όσους σε εμποδίζανε εκεί…να φτιάξω μαζί σου μια καινούρια ζωή. θα φύγω σε λίγο..το ξέρω..μη μου κλαις. Πες πως δεν ήμουν τίποτα..πες καλύτερα πως ήμουν ένας φανταστικός πρίγκηπας..και κάψε τα γράμματά μου που φυλάς κάτω από το κρεβάτι που σε κοιμίζει…Αχχχ…το κρεβάτι που δε σε χόρτασα ποτέ να κοιμάσαι..ποτέ…

Μπορεί και να ναι η τελευταία μου πνοή σε αυτές τις λέξεις. Κράτα την. Μόνο αυτήν κράτα. Σα φυλαχτό. Δε μπορεί μια τόσο μεγάλη αγάπη μπορεί να σε φυλάξει απο όλα τα κακά της γης. Εγώ δεν το έκανα. Ας το κάνει η καρδιά μου για σένα.

Δικός σου για πάντα,

Ξ. «

«Αγαπημένε μου…τα λόγια σου έρχονται σα βαθιά μαχαιριά στην καρδιά μου. Ποιος σου είπε ποτέ οτι μπορώ να αντέξω την απουσία των λέξεών σου…την προσμονή της αγάπης σου που ξετυλίγεις κάθε φορά που χτυπά το κουδούνι ο ταχυδρομος. Ποιος σου είπε οτι μπορώ να δεχτώ αυτή την απίστευτη ενοχή σου? Ενοχη είμαι και εγώ. που δείλιασα να παρατήσω τα πάντα. Που δεν τόλμησα ποτέ να αφήσω τη βολή μου, όσα είχα κερδίσει και να έρθω σε σένα. Ποιος σου είπε οτι φταις εσύ για όλα? ποιος σου είπε οτι δεν ήσουν ο πρίγκηπας που μπορούσε να νικήσει τους δράκους? εγώ δε σε άφησα. Εγώ σου κρυβόμουν. Εγώ σου έλεγα όχι. Τα ξεχασες όλα τα όχι?  Τα δάκρυά μου που τσαλάκωναν το γράμμα που σου έστελνα που έκανα πίσω και πάλι πίσω και σε άφηνα μετέωρο να περιμένεις μια αλλαγή μου? Ενα δικό μου νεύμα για να έρθεις να με βγάλεις από τη μίζερη ζωή μου? Οχι εγώ δεν ήμουν αυτή η δυνατή..η πριγκίπισσα των δικών σου παραμυθιών εγώ στάθηκα λίγη όχι εσύ. Ξετυλίγω το κουβάρι της ζωής μου απο τότε που σε γνώρισα και με θυμάμαι να θέλώ, να ποθώ αλλά και να φοβάμαι μαζί. Να ξερες πόσο φοβόμουν να αλλάξω να καταστρέψω τα πάντα για να τα ξαναφτιάξω μαζί σου. Να ξερες πόσα όχι και πόσα πρέπει έμπαιναν στη σειρά και δε με άφηναν να δω καθαρά αυτό που ζητά η καρδιά μου. Τα γερασμένα σου δάχτυλα δε χώθηκαν ποτέ στα δικά μου τα τσαλακωμένα..δεν τα ζέσταναν τα ζαρωμένα μου χείλια για να μη μου αρρωστάς..να μη μου βήχεις..να μη μου αγριεύεις εκεί πέρα μακριά. Ενα καράβι χώριζε την αγάπη μας…χιλιάδες γράμματα την ένωναν. Πόσα σε αγαπώ ταξίδεψαν σε φουρτουνιασμένες θάλασσες..πόσα βράχηκαν από τα δάκρυά μας.. Δεν ξέρω γιατί δε βρήκαμε τον τρόπο να κάνουμε αυτήν την αγάπη πιο ζωντανή..να βγει από το σεντούκι. Δεν ξέρω πως το έφεραν όλα και όλοι να γίνει αδιέξοδη μια σωτήρια σχέση..για σένα σωτήρια για μένα…

Στο χρόνο που μας φεύγει στις ζωες μας που σβήνουν, βλέπω το ασθενές σου ξεθώριασμα και παραλύω. Και αμέσως το σβήνω από το μυαλό. Στη θέση του βάζω εσένα και μένα..να περπατάμε χέρι χέρι στα μέρη που λέγαμε κάποτε να δούμε μαζί. Να έρχεσαι με το καράβι από το νησί σου και να με παίρνεις μακριά να βάζουμε περίεργα καπέλα και πολύχρωμα ρούχα να γινόμαστε πιο τρελλοί από τους τρελλούς…να ανυψώνουμε τη σχέση που δε θα γνώριζε ποτέ κανένα εμπόδιο.

αν αυτό είναι το τελευταίο γράμμα μου σε σένα…αυτή θα είναι και η τελευταία μου πνοή. Η ζωή μου απέκτησε νόημα τα τελευταία έξι χρόνια να ξέρεις, κι ας την έζησα μονάχα στη φαντασία μου.. ήταν τόσο αληθινή που θα μπορούσα και αύριο κιόλας να κλείσω τα μάτια με την αίσθηση της δικής σου παλάμης στη δική μου…Με την καρδιά που χαρίζεις για φυλαχτό κρεμασμένη στον μαζεμένο μου λαιμό…

Δική σου για πάντα,

Χ.»

Και μετά και μετά?

 

Advertisements