Χρωματιστές σιωπές

Συναντηθήκανε πριν λίγες ώρες. Είχε ήλιο ακόμα. Μιλήσανε στο δρόμο για την κρίση και τα προβλήματα της χώρας. Για τα παιδιά δίχως αύριο. Για όσα θα έρθουνε. Για τους φόβους τους. Με βήμα αργό ψάχνανε το μέρος που θα πιούνε ένα ζεστό καφέ ή μια παγωμένη μπύρα. Δεν είχανε κανονίσει το τι. Ό,τι τους ερχόταν εκείνη τη στιγμή. Δεν τους ένοιαζε και ποτέ τι θα φάνε ή τι θα πιούνε. Τους ένοιαζε η ζεστασιά αυτή. Το γνώριμο γέλιο…το σταθερό περπάτημα..σταθερό σαν τη σχέση τους.

Οταν ο ένας από τους δυο άρχισε να πηγαίνει πιο αργά δήλωνε και την ώρα που έπρεπε να αποφασίσουνε να κάτσουνε κάπου. Ξέρανε οτι ο δρόμος θα τους φέρει από μόνος του κάπου. Και έτσι έγινε. Μπροστά τους το καφέ με τη θέα στη θάλασσα. Το καφέ που κάνανε μπαρ μέχρι τα ξημερώματα. Το κρύο που τρώγανε το χειμώνα όταν ήταν κλειστό και παίρνανε τις μπύρες τους και πίνανε τρώγοντας τις πιτσιλιές της θάλασσας.  Ετσι και τώρα αράξανε σε ένα από τα τραπέζια.

Δεν είχανε και πολλά να πουν. Τα είχανε πει όλα στο δρόμο. Μόνο σιωπές είχανε. Είναι τόσο όμορφες αυτές οι σιωπές. Σχεδόν κοστίζουν όσο μια τεράστια πολυλογία..και κατάθεση ψυχής ίσως. Είναι το ίδιο ζωντανές όπως όλες οι ιστορίες που μπορείς να πεις με ο,τι εκφράσεις χρησιμοποιήσεις. Οι σιωπές έχουνε ένταση, ζωή, χρώματα. Αν είσαι στεναχωρημένος ή θυμωμένος ή ήρεμος ή ερωτευμένος ή απογοητευμένος ή ό,τι άλλο θες έχεις διαφορετική σιωπή. Και εκείνοι είχανε μάθει να μεταφράζουν. Είχανε φτάσει στο ποθητό σημείο μιας σχέσης. Της μετάφρασης. Της κατανοησης. Της αρμονίας των συναισθημάτων.

Με τη μπύρα στο χέρι που τελικά αποφάσισαν να πιουν χαζεύουν ένα απο τα πιο όμορφα ηλιοβασιλέματα. Ετσι λέγανε αλλά πάντα την επόμενη φορά που συναντιόντουσαν θεωρούσαν εκείνο το πιο όμορφο. κάθε φορά η ομορφιά ανέβαινε σκαλί. σαν τη σχέση τους που πρόοδευε αποκτούσε φτερά γινόταν πιο ώριμη πιο γερή..λιγότερο εγωιστική και γεμάτη από αλήθειες. Χωρίς το φόβο της απόλυτης εκμυστήρευσης.

η μέρα είχε κλείσει όμορφα. Το απόγευμα δεν έλυσε κανένα τους πρόβλημα. Αλλα τι σημασία είχε? Το μοιράστηκαν. Το ζύγισαν. Το μέτρησαν στη σιωπή τους. Και βρήκανε μια συνέχεια μια λύση ή έναν συμβιβασμό απο μια σιωπηλή συζήτηση που τους πήγε παραπέρα.

Το νόημα είναι αυτό το σιωπηλό μαζί. Το τηλέφωνο που θα χτυπήσει. Το με νοιάζει και είμαι εδώ. η σιωπή και τα χρώματά της σαν αυτό το τέλειο ηλιοβασίλεμα..Το νόημα είναι η απόλαυση ενός γλυκού δειλινού με μια παγωμένη μπύρα και η εναλλαγή της σκέψης που παραλληλίζεται με την αλλαγή των χρωμάτων της μερας. Η μοναξιά που δεν είναι πλέον μοναχή.  Το χέρι που δε βαστά κανείς αλλά ζεσταίνεται από μια αόρατη παλάμη. Το νόημα είναι τα σιωπηλά βήματα στο δρόμο, η κατανόηση οτι ο ένας κουράστηκε και οτι πρέπει να σταματήσουν  να απολαύσουν για λίγο μαζί μια ήρεμη στιγμή για να πάρουν και οι δυο δυνάμεις. το νόημα είναι η μετάφραση της μπερδεμένης σκέψης..η θέληση να φτάσει κανείς εκεί…

αν θα κάνεις αυτό το κλικ…και δε μιλώ το φωτογραφικό -αν και θα ήταν ενδιαφέρουσα μια παρομοίωση τέτοια – εξαρτάται από το πόσο θέλεις να τεντώσεις την καρδιά για να την ανοίξεις. πόσο καλά ξέρεις οτι αν τεντώσει δε σκίζει αλλά επιμηκύνεται και χωρά κι άλλα. Αν θα κάνεις το βήμα το ήρεμο σε μια χρυσή σιωπή για να ακούσεις όσα δεν άκουσες ως τώρα ..

Ξημερώματα..δεν το κατάλαβαν. Κοιταχτήκανε γελώντας και κοιτάζοντας τα ρολόγια τους.

– Τι το κοιτάς το δικό σου? Πάντα πίσω πήγαινε..Χρόνια τώρα να το διορθώσεις!!
– Αμάν…όλα πρέπει να τα ξέρεις???

Περπατήσανε αγκαλιά. Γιατί όχι? Και σιγοτραγουδούσανε ένα σκοπό..που δε θα στον πω. Είναι δικός τους..και δε θέλω να τον αποκαλύψω..

 

Advertisements