Η αρχή του πάντα…

Μεταφέρανε και τις τελευταίες βαλίτσες στο νησί. Το φορτηγό της μετακόμισης τρέχει να προλάβει το πλοίο..οι ψαράδες που το βλέπουν φωνάζουν στους λιμενικούς και το πλοίο σταματά να ανεβάζει τη γέφυρα.
Στο νησί η ακρίβεια των λεπτών..είναι χαμένη..

Το σπίτι είναι πολύ μικρότερο αλλά δεν πειράζει. Ευκαιρία να διαλέξουν τι θα κρατήσουν και τι θα δώσουν σε κάποιους άλλους να έχουν. Τόσο καιρό λέγανε να κάνουνε αυτήν την επιλογή πραγμάτων. Περιττές συσκευές..περιττά έπιπλα..ακόμα και περιττά ρούχα και παπούτσια.
– Φαντάσου πόσα περιττά είναι αναγκαία για άλλους του έλεγε με λύπη και αγωνία
– θα βρούμε το χρόνο να τα ξεδιαλύνουμε μη μου στεναχωριέσαι..να το επόμενο σαββατοκύριακο θα τα χωρίσουμε σε πάκους και θα τα δώσουμε όπου θέλεις…

Ο χρόνος πέρναγε στην πόλη…τα σαββατοκύριακα διαδέχονταν το ένα το άλλο με κούραση με ανάγκη για διαφυγή με βόλτες έξω στη φύση..με τον ελάχιστο χρόνο αναψυχής και όλα πηγαίνανε πιο μετά…Αυτό το μετά..το πιο μετά…τους έτρωγε και τους 2. Σα να λες σε ένα μικρό παιδάκι όταν σου ζητά να παίξετε…»σε λίγο» ..τι δολοφονική φράση για ένα παιδί…δεν έχεις δει βιαστικά όπως φεύγεις το βλέμμα που αποκτά όταν το παρατάς με το σε λίγο σου..ίσως αν το έβλεπες να μην ξαναέκανες ποτέ αυτήν την εγκληματική κίνηση…

Τώρα όμως…στο τόσοδα σπιτάκι τα πάντα αλλάζουν εδώ στο μικρό νησί. Τα πράγματα από μόνα τους οδηγούν σε νέες λύσεις…σε κινήσεις που δεν έχουν μετά αλλά τώρα. Όσα δε χρειάζονται μένουν εκεί..στις κούτες έτοιμα να δοθούν… Το μεγάλο αμάξι που κάνανε καιρό να ξεχρεώσουνε πήγε περίπατο..
– Αλήθεια τόσα λεφτά για 4 ρόδες και ένα τιμόνι! του έλεγε από τότε…τι τα θες..Τι να το κάνεις πια τόσο ακριβό αμάξι σε μια πόλη που είτε θα στο κλέψει είτε θα στο τρακάρει!!
– Ελααα…είναι το μόνο καλό πράγμα που έχω πάρει για μένα..Τόσο σκληρή δουλειά..τόση κακή περίοδος..είναι το καμαράκι μου…της έλεγε με παράπονο..

Τώρα όμως…πού να τριγυρίσει ένα τέτοιο αμάξι στο νησί…Να πάει πού? Και δε χωράει καν στα στενά..Να το αράζεις σε ένα λιμάνι? Αστείο δεν είναι? Οταν όλα γίνονται απλά..με τα πόδια ή ένα ποδήλατο? Τα πράγματα οδηγούν από μόνα τους σου λέω..Το αφήσανε και αυτό στην πόλη…Με τα λεφτά που πήρανε είχανε και το πρώτο τους κομποδεμα μέχρι να βολευτούν στο νησί…

Ανοίγει τα παράθυρα του μικρού σπιτιού..και κοιτάζει απέναντι. Τόσο κοντά το απέναντι σπίτι! Και τους χωρίζει ένα μικρό στενό δρομάκι. Ο ήλιος πέφτει πάνω στο ξύλινο παράθυρο και εκείνη χαζεύει το μικρό σπουργιτάκι που έχει χωθεί στο πρεβάζι και μασουλάει κάτι ψίχουλα.. Στο δρόμο καμία φασαρία. Μεσημέρι..Το μόνο που ακούει από το παραδίπλα σπίτι είναι ο ήχος των πιρουνιών από κάποιο οικογενειακό τραπέζι. Χαμογελάει….και βγάζει ακόμα πιο έξω το κεφάλι… Στο λιμάνι η κίνηση είναι μικρή…τα καραβάκια γυαλίζουν και κουνιούνται με τους ρυθμούς του λιγοστού ανέμου…κάτι ψαράδες συζητάνε στα καϊκάκια τους…και ένας σερβιτόρος από το απέναντι μαγαζί τους φέρνει ούζο και μεζέδες…

Εκείνος μαστορεύει το παράθυρο της κουζίνας.. Του έχει σπάσει τη μύτη η μυρωδιά που έρχεται από την πίσω αυλή του σπιτιού που γειτονεύουν…Μα τι μυρωδιές..Από πότε έχει να μυρίσει έτσι φαγητό… ξαφνικά ακούει θόρυβο…και η πόρτα ανοίγει.. Μια γελαστή γριούλα πλησιάζει κρατώντας μια πιατέλα φαγητό.
– Καλώς ήρθατε…καλώς ήρθατε…του λέει γελαστή
– Καλώς σε βρήκαμε γιαγιάκα της λέει με ζεστό ύφος
–  Κάτσε παλληκάρι μου και λίγο να φάτε..δουλειές θα χετε μέρες μπροστά σας…έλα να πάρεις δυνάμεις για να τακτοποιήσετε.. Και ο,τι θελήσεις να μου το ζητήσεις. Κυρά Δέσποινα αν φωνάξεις στην πόρτα και δε χρειάζεται τίποτε άλλο εντάξει παλληκάρι μου? του είπε και τον έπιασε από τον ώμο γελαστή και με μικρά γρήγορα βηματάκια ξαναμπήκε στο σπίτι της

– Λέναααα της φωνάζει…κατέβα λίγο κάτω..
– Τι ναι? του λέει τρέχοντας..συμβαίνει κάτι?
– Φαίιιιιιι της λέει
– Μμμμ….πού το βρήκες? του λέει μυρίζοντας ξανά και ξανά την πιατέλα..
–  Εδώ από την κυρά Δέσποινα τη φίλη μας λέει..
–  βρε…γυναικά…πότε πρόλαβες να ξελογιάσεις τις γυναίκες του χωριού…του λέει και τον φιλάει λες και μολις τον είχε ερωτευτεί …

Με ήρεμες κινήσεις αρπάζουν ο,τι κιβώτια βρουν και τα κάνουν καρέκλες και τραπέζι…έξω στην αυλή… Εκείνος θυμάται οτι σε ένα από τα κιβώτια έχει μπουκάλια από ούζο, το ανοίγει και φέρνει ένα μπουκαλάκι… Εκείνη πάει στο σερβιτόρο που χάζευε και του παίρνει ένα μπωλ από παγάκια… Γελαστή ξαναγυρίζει στην αυλή…  Σε 2 ποτηράκια που έβγαλε από τα σερβίτσια που κράτησε τα καθημερινά..γιατί εκείνα τα επίσημα δεν ήθελε με τίποτα να τα φέρει στο νησί..γεμίζει με ούζο και παγάκια..και τσουγκράνε..στην υγειά τους. ο ήλιος πέφτει στα πρόσωπά τους και τα γέλια τους λαμπιρίζουν…μέσα στη μικρή αυλή…

Το σπίτι ανακατεμένο και γεμάτο πράγματα..Τίποτα δεν είναι ακόμα έτοιμο για να μείνουν. Θα τους πάρει καιρό να δούνε πού θα βάλουν τι…πώς θα ρυθμίσουν την κουζίνα τους..από πού θα ψωνίζουν και τι…πού όλα.. Κανένας πανικός…κανένα άγχος.. Σα να σταμάτησε ο χρόνος κάπου αλλού…Σα να τους έφερε κάποιος στη θέση που γυρεύανε τόσο καιρό. Σα να μπήκανε όλα σε μια σειρά..κι ας μοιάζουνε για άλλους λίγα.. Σα να γίνανε πολλά τα δευτερόλεπτα..και ακόμα περισσότερα τα λεπτά..και οι ώρες ατέλειωτες…

Το πρωί θα πηγαινανε στις καινούριες τους δουλειές..χωρίς κουστούμια..και λάπτοπ… Χωρίς deadlines. Χωρίς bonus και χωρίς levels. Χωρίς πολλά…  Δε σε άκουσα?  Τι είπες? Απ΄το 0? Ποιο 0? Ποιος ορίζει το 0 φιλαράκο μου?

Εγώ σου λέω πως το 0 σου είναι η αρχή του πάντα….

Advertisements