Γιορτάζουμε…

Αρθράκι με έναν προορισμό. Το νησί μου. Μνήμες από ένα μυαλό. Το δικό μου.

Φωνές στην κάτω ρούγα σήμερα σαν χτες. Παιδάκι μελαχροινό..άνετα το κάνεις για αγοράκι..μιας και αρνείται τις φουστες και τα λοιπά αξεσουάρ…τρέχει πάνω κάτω… Φασαρία.  Εχει ξυπνήσει από νωρίς αλλά δε νυστάζει. Πήγε για μπάνιο στη θάλασσα…έπαιξε για 4 ώρες δεν κάθισε καθόλου…γύρισε έφαγε κάτι γρήγορα γρήγορα..και τώρα μεσημέρι ανεβοκατεβαίνει στο βασικό δρόμο ενός μικρού χωριού. Γελάει…φωνάζει..παίζει με φίλους. Έχει μάθει απ έξω όλες τις γωνιές..ξέρει πού είναι οι πέτρες κάτω και τι σχήμα έχουν..ποιος παππούς είναι εκεί στη γωνιά..ποια γιαγιά θα το χαιρετήσει πιο κάτω… Ξέρει το χρώμα της βοκαμβίλιας στο σπίτι της φίλης της και στον κήπο εκείνο έχει παίξει τόσα πολλά παιχνίδια. Στον αη Γιώργη έχει χτυπήσει την καμπάνα σε άσχετη ώρα και έχει κρυφτεί, στο σχολείο έχει μαυρίσει τα χέρια του από άγουρα καρύδια που με φόρα τα χτύπαγε με πέτρες να δοκιμάσει μια κίτρινη γεύση.

Εχει περπατήσει με τον πατέρα του φαράγγι μικρό..έχει σκαρφαλώσει σε βράχια έχει πιει νερό από ποτάμια και πηγές…έχει βγει κουρασμένο στη θάλασσα και έχει περπατήσει ξανά το δρόμο με ντάλα ήλιο για το χωριό του σε μια τεράστια ανηφόρα. Εχει παίξει με χαρουπιές..έχει κάτσει μεσημέρια στο καλύτερο καφενείο του χωριού γλείφοντας ένα τέλειο παγωτό από το ψυγείο της θείας.  Εχει ζυγίσει φακές και ζάχαρη έχει τσακωθεί με την αδερφή του για τόσα ζύγια..έχει φτιάξει απίστευτους χυμούς συμπυκνωμένους Βιοχύμ και έχει κολλήσει από ζάχαρη και πορτοκαλάδα τα χέρια του. Εχει παίξει πλακωτό μες στο μεσημέρι και έχει κάνει τον μοναδικό ήχο του χωριού με το παιχνίδι του ..μαζί μετα γέλια της φίλης του.

Παιδάκι μελαχροινό σε σημείο αηδίας μαύρο..έχει κάνει εκδρομές με ξαδέρφια..έχει βουτήξει με ρούχα σε ποτάμια…έχει ψαρέψει καρπούζια από παγωμένα νερά..έχει κοιμηθεί σε πέτρες και σε χαλίκια..Εχει κάνει τις πιο χορταστικές καταδύσεις με μάτια ολάνοιχτα..και έχει κάτσει τουρτουρίζοντας έξω από τα νερά της με κατακόκκινα μάτια με την αίσθηση της νικήτριας.  Εχει ανέβει σε βράχο και έχει φωνάξει δυνατά πως αγαπάει τη θάλασσα..έχει απαρνηθεί αντηλιακά..και καπέλα.. και έχει βρει χιλιάδες δικαιολογίες για να κάτσει άλλο λίγο μέσα στη θάλασσα. Εχει βρεθεί σε ατελείωτα πανηγύρια και έχει φάει του κοσμου τα ξεροτήγανα..και τους ντάκους.. Εχει περπατήσει στο παλιά πόλη του Ρεθύμνου και έχει φάει παγωτό από το Μέλι στο χέρι…έχει χαζέψει τους πλανώδιους ζωγράφους και εκείνους που κάνουν τα περίεργα τοπία με σπρέι..έχει γελάσει με τα γκαρσόνια που χορεύουν συρτάκι..έχει δει παραστάσεις στη Φορτέτζα.

Εχει θαυμάσει τον πατέρα του να μιλά με τους άλλους σε μια γλώσσα που μάθαινε σταδιακά. Εχει γελάσει με τα αστεία τους και με τις ιστορίες του. Εχει καθίσει σιωπηλό..βλέποντας την απλότητα των σχέσεών τους και έχει ρουφήξει καλοσύνη…διδάγματα…έχει μάθει να είναι γενναιόδωρο..να πειράζει και να αγαπά. οπως εκείνοι…

Μα πιο πολύ…αν το γυρίσεις εκεί πίσω…έχει μια έντονη μνήμη. Εκείνου που έστριβε το μουστάκι του σαν έλεγε ιστορίες. Εκείνου που περιμένει πάντα πρώτος σαν φανεί…και εκείνου που δακρύζει τελευταίος όταν φεύγει. Πιο πολύ χορταίνει εκείνες τις βραδιές που κάθονται όλοι σε μια χρωματιστή αυλή με τετράγωνο τραπέζι και καρπούζι και γλυκά παξιμάδια..με φωνές χορταστικές…Και πιο πολύ κρεμάει τα μάτια του από τα μάτια κάποιου άλλου…από τη μαγκούρα που κουνά…από τα λόγια τα σοφά..και τις όμορφες λέξεις. Από το χάδι και το γλυκό φιλί…από την αγάπη..Τόση αγάπη..σε μιαν αυλή παραμυθένια..

Σβήσε μου ο,τι ιστορίες θες. Δε με πειράζει. Ας ξεχάσω πολλές και οι λεπτομέρειες ας φύγουν. Εκείνες όμως τις βραδιές στην αυλή μη μου τις σβήσεις.  Την ηχώ των γέλιων…το νανούρισμα των ιστοριών…το στρίψιμο στο μουστάκι.. οι γλυκειές προσφωνήσεις..οι ζεστές ματιές…η αγάπη… να ναι σε παρακαλώ ανεξίτηλα σημάδια στη μνήμη..στο χρόνο…στο πάντα. Ναι στο πάντα που φοβάμαι να ψελλίζω. Στο πάντα των ανθρώπων που με έχουνε σημαδέψει. Στο πάντα μιας ιστορίας που μοιάζει με παραμύθι…αλλά με οριζει ως άνθρωπο και ως κρητικιά.

Σήμερα μαζεύω λουλούδια. Σαν εκείνο το μικράκι που τριγύριζε στο χωριό. Τα κάνω μπουκέτο και τα βάζω σε βάζο. Σκαρώνω το πιο καλό μου χαμόγελο…και βάζω τη καλή μου φορεσιά της αγάπης. Σηκώνω το κεφάλι ψηλά…και ψιθυρίζω μια παράκληση.  Λουλούδια σου λέω στο βάζο. Μιας άνοιξης τελικά…που τα έχει όλα…

Γιορτάζουμε απόψε..
Και το άρθρο κλείνει..μπαίνει σε φάκελο..παίρνει γραμματόσημο και πάει στο μικρό χωριό της Καρωτής… Με το που φτάνει στο δρόμο για την κάτω ρούγα..στρίβει δεξιά στην πρώτη πόρτα…μπαίνει μέσα και στρογγυλοκάθεται σα δώρο και σαν ευχή.

αυτά. τίποτε άλλο.

Advertisements