Η μαγκουρίτσα..

Η μικρή ξύλινη μαγκούρα καθόταν ανήσυχη σε μία γωνία του σπιτιού. Η τηλεόραση ήταν κλειστή. Πώς είναι δυνατόν να είναι κλειστή αναρωτιέται. Κάποτε ήταν τόσο δυνατά που την ξεκούφαινε. Του φώναζε να τη χαμηλώσει μα τίποτα αυτός. Δεν άκουγε. Φώναζε σε όλα τα παράθυρα των ειδήσεων και τους έλεγε ψεύτες και κλέφτες..και θύμωνε.
Εκεί στη γωνία απέναντί της ήταν ένας μικρός καθρέφτης. Πριν μία βδομάδα ακριβώς το πρωί εκείνο που είχε ξημερώσει ο καθρέφτης είχε σκεπαστεί με ένα άσπρο υφαντό. Το ίδιο και η τηλεόραση. Μπήκε τόσος κόσμος εκείνη τη μέρα κόντεψε να πνιγεί από τον αέρα που της έκοβαν.

Ανήσυχη στη γωνία δε βολεύεται. Εχει πιαστεί. Κάποτε πήγαινε βόλτες πάνω κάτω. Ακουγε τους ανθρώπους να χαιρετιούνται..χάζευε τα λίγα γαιδουράκια του χωριού. Καμιά φορά δυσκολευόταν στις πέτρες κάτω και στο χωματόδρομο και γκρίνιαζε όταν την ακουμπούσε και τη λέρωνε απο όσα άφηναν οι γαιδάροι και τα πρόβατα στο δρόμο της. Το ήξερε εκείνος και της μίλαγε. Θα σε καθαρίσω της έλεγε. Και εκείνη το ήξερε οτι το βράδυ θα την περιποιηθεί…

Τα βράδια πάλευε να δει τον ουρανό..της έλεγε οτι η μάνα του εκείνα τα νεφελώματα τα έλεγε Ποταμό του Ιορδάνη της μάθαινε τα αστέρια. Και καμιά φορά της έλεγε στίχους από τον Ερωτόκριτο. Καθόταν μαζί του και στην καρέκλα του στο σπίτι και στην αυλή και χαιρόταν με τα εγγόνια του και τους φίλους του και όλους που ερχόντουσαν σε εκείνο το σπίτι. Γελάγανε και λέγανε αστεία. Μιλάγανε δυνατά και λέγανε ιστορίες… Και εκείνος μίλαγε για τον πόλεμο διακριτικά την άφηνε για λίγο στην άκρη και έστριβε το μουστάκι του. Τρελαινοταν να τον βλέπει να κάνει την κίνηση αυτή.

Τα καλοκαίρια της άρεσε να τον βλέπει να λάμπει. Γνώριζε το γιατί. Ελαμπε από την αναμονή. Απο το αμάξι που θα ερχότανε στο μικρό στενό…από το σπίτι δίπλα που θα άνοιγε για μέρες. Θα την έπαιρνε αμέσως μαζί του και θα πήγαινε από εκεί στο δίπλα σπίτι.  Ενιωθε την καρδιά του να χτυπά πιο γρήγορα σαν παιδί. Ανυπομονούσε. Και το ήξερε πως όλο το καλοκαίρι θα πέρναγε τέλεια μαζί του. Ενιωθε τη χαρά του και χαιρόταν και εκείνη. Τελευταίως έπαιζε και με κάτι μωράκια γλύκα που την πιάνανε και κάνανε γύρους στην αυλή και εκείνη χόρευε μαζί τους … Σιγά σιγα..τους φώναζε και εκείνα που τα ακούγανε όλα…της γελάγανε και την κοροιδεύανε γλυκά… Θα σας πιάσωωωω έλεγε και χαχανίζανε εκείνα…

Τότε μπορούσε να τον χαζέψει καλύτερα όσο ήταν μακριά του. Να τον παρατηρήσει. Τον κοίταζε που μίλαγε στον πιο αγαπημένο του άνθρωπο φίλο και συγγενή και έβλεπε οτι για κείνον ο χρόνος είχε σταματήσει εκεί. Στη γλυκειά του συνάντηση με κάποιον που του έλειπε πολύ όλο το χειμώνα. Μιλάγανε και κοιταζόντουσαν στα μάτια …είχανε τόσα να πούνε τόσα να θυμηθούνε…και τόσα να ξαναπούν… Κάποιες φορές τους συνόδευε και ένας τρίτος γελαστός…καλοσυνάτος..τόσο μα τόσο γλυκός…Και οι τρεις τους φαινόντουσαν οτι ήταν ένας.. Κοιτούσε η μικρή μαγκουρίτσα όσο την στριφογύριζαν τα μικρά διαολάκια και έλεγε οτι τέτοια ζαλαδα ευτυχίας δεν είχε ματαδεί..από τότε που ήταν απλό κομμάτι δέντρου…

Ανήσυχη στη γωνία. Δε βολεύεται πουθενά. Δεν ξέρει τι να κάνει. Από καιρό δε βοηθούσε. Είχε γίνει ντεκόρ. Τις μέρες που έφυγε από το σπίτι ήξερε οτι δε θα ξανάρθει. Ράγιζε το σώμα της. Μέρες ένιωθε οτι θα πέσει κάτω. Καμιά φορά ερχόταν κανένα από τα εγγόνια του και την έπιανε. Και τώρα το κάνουν. Και εκείνη τότε με αγωνία κοιτούσε τα μάτια τους μήπως και καταλάβει…μα ήξερε… Το ξέρεις το τέλος..

7 μέρες…ολόκληρες 7 μέρες από τότε που τον έιδε ξανά. Δεν πίστευε σε ο,τι έβλεπε. Δε μπορούσε να το χωνέψει. Ποιος θα την πάει σε εκείνα τα στενά? Με ποιον θα ακούει ιστορίες. Ποιον θα χαζεύει να γελά και να κλαίει από χαρά? Ποιον θα προσέχει δίπλα στο κρεβάτι του..ετοιμοπόλεμη για όποτε σηκωθεί? Με ποιον θα πηγαίνει στο διπλανό σπίτι? Πού θα ακούει δυνατά την τηλεόραση…? Ανήσυχη..η μαγκουρίτσα…σε εκείνη τη γωνία… Δεν ξέρει πώς θα δεχτεί αυτήν την αλλαγή…

Λένε πως όλα περνάνε. Μα εκείνη είχε μόνο αυτο το σκοπό. Να του κάνει παρέα. Να τον βοηθάει. Για αυτόν ήρθε. Αυτόν προστάτευε χρόνια. Κι ας την άφησε μια μέρα και πήγε και χτύπησε στον κήπο και τσάκισε το μάτι του. Πόσο του είχε θυμώσει…. Ναι λένε πως όλα περνάνε. Και το βλέπει…αρχίζουν όλοι στο σπίτι να κάνουνε όσα κάνανε… Μα εκείνη σα να τερμάτισε εκεί. Παίρνει που και που κάτι κρυφές αγκαλιές από μερικούς που το κάνουν όταν δεν τους βλέπει άλλος για να μη δείξουν πόσο πονάνε ακόμα.. Τουλάχιστον έτσι ρουφάει ενέργεια..αγάπη…

Ανήσυχη στη γωνία…παρατηρεί ένα ήσυχο σπίτι. Και εκεί την είδε να περπατάει..παραλίγο να πέσει… Και τότε ειδωθήκανε. Εκείνη κατάλαβε τη θλίψη της και η μαγκουρίτσα την ανάγκη της. Και τότε εκπαιδευμένη από χρυσά χέρια ως ήταν..κατάλαβε πως όλα περνανε..αν βρίσκεις έναν άλλο σκοπό…να τον γεμίσεις κι αυτόν με αγάπη…

Advertisements