Ήταν μια όμορφη μέρα…

Ο μπαρμπα- Κωστής καθόταν στη γωνιά του τραπεζιού και τριγύριζε το βλέμμα του στα γύρω τραπεζάκια. Πάντα του άρεσε να χαζεύει τον κόσμο που ερχόταν στο μαγαζί του. Έστελνε έναν από τους μικρούς του να στρώσουν και ζύγιζε τις κινήσεις του καθενός από μακριά. Πώς βοηθούσαν στο στρώσιμο ή πώς καθόντουσαν αμέτοχοι. Πώς δίναν σημασία στον μικρό..αν του μιλάγανε αν γέλαγαν….ή αν μίλαγαν μεταξύ τους. Πιο πολύ τον κατσούφιαζε η σιωπή τους.. Όταν έβλεπε ζευγάρια να κάθονται σιωπηλά..κρατώντας εφημερίδες..περιοδικά ή και κινητά τώρα τελευταία…γύριζε το μάτι του.. Σα να του λέρωναν τον τόπο ένιωθε..

«Κοίτα τους! ‘ ψιθύριζε στη γλυκειά του γυναίκα …»Πώς θα εκτιμήσουν το ψαράκι μου όταν δεν εκτιμά ο ένας τον άλλον?» και κούναγε το κεφάλι του στεναχωρημένα…

Μια χειμωνιάτικη μέρα πριν από χρόνια.. μόλις που σουρούπωνε…ο μπαρμπά Κωστής ετοιμαζόταν να κλείσει το μαγαζί του. Σαν έβαζε το καπέλο του το καπετανέικο στο κεφάλι και ετοιμαζόταν να κλειδώσει την πόρτα, άκουσε κάτι δυνατά βήματα λίγα μέτρα πίσω του

– Καπετάνιε, το κλεισες το μαγαζί από τώρα? του φώναξε ένας ψηλός άντρας με ψαρά μαλλιά και χορταστικό χαμόγελο
– Ελεγα να το κλείσω σιγά σιγά…χειμώνιασε..κι ο κόσμος μαζεύεται γρήγορα στα σπίτια..
–  Κι αν σου πω να ανοίξεις για χάρη μου για ένα μεζέ απλό να το μοιραστούμε μαζί που ταξιδεύω από μακριά θα το κάνεις? του πε με το ίδιο χαμόγελο

Ο μπαρμπα Κωστής τον κοίταξε ήρεμα. Δεν είχε κάτι να σκεφτεί. Ανοιξε διάπλατα την πόρτα, άνοιξε τα φώτα… και του έκανε νόημα να περάσει.. Μέσα σε λίγα λεπτά μόνο τον είχε περιποιηθεί. Είχε γεμίσει το τραπέζι με σαλάτες και φρέσκο ψωμί της γυναίκας του, έφερε μεζέδες που χε από το πρωί και μαγειρεμένα φαγητά από τη γυναίκα του…και μια κανάτα λευκό κρασί δικό του.. Καθίσανε στο ίδιο τραπέζι. Πόσο απλό να μοιραστείς φαγητό με έναν απλό ταξιδιώτη άγνωστο που απλά σου ζήτησε να φάτε μαζί…

– Από πού έρχεσαι λοιπόν? τον ρωτά με ενδιαφέρον
–  Από όλα τα μέρη του λέει γελαστά..και που δεν πάω…Εμένα που με βλέπεις έχω αλλάξει 500 δουλειές… τι χασάπης έγινα..τι μανάβης..τι γεωπόνος…κάποτε έχτισα και σε οικοδομές….μέχρι και ταβερνιάρης του λόγου σου έγινα..μα δεν πιάναν τα χέρια μου να φτιάχνουν τέτοιες λιχουδιές..είπε και βούτηξε μια γενναία μπουκιά από ψωμί σε ένα πιάτο από γίγαντες φούρνου…
– Και? Εδώ στο νησί μου πώς έφτασες?
– Τέρμα Κωστήηηηη είπα τέρμα…μια μέρα…βαρέθηκα..οικογένεια δεν έκανα μην τα ρωτάς…μάζεψα  ο,τι μάζεψα από όλες τις δουλειές και είπα τώρα θα γνωρίσεις τον κόσμο…κι έτσι έφυγα..Γύρισα σε διάφορες χώρες…όμορφες..μαγικές…είδα ανθρώπους καινούριους… τι γέλιο που έχει να τους μιλάς χωρίς να ξέρεις γρι από τη γλώσσα τους… μια ομορφια βρε Κωστή..είπε και πήρε το ποτήρι με το κρασί και το τσούγκρισε…φωνάζοντάς του
» η ομορφιά Κωστή..είναι να μπορείς να μιλάς με τον άλλον χωρίς να χρειάζεται ούτε μία λέξη να του πεις!»

Ο μπαρμπα Κωστής τον κοίταζε με θαυμασμό..Χρόνια ήθελε να ταξιδέψει μα να..η ταβέρνα ήταν και ευτυχία και σκλαβιά μαζί.. Δεν τον ένοιαζε τόσο πολύ όμως.. Ελεγε με χαρά πως έμενε στο ομορφότερο νησί του κόσμου..πως είχε τη πιο γλυκειά γυναίκα του κόσμου και το πιο όμορφο ταβερνάκι σε ολόκληρη την παραλία… Αλλά τα λεγε τόσο όμορφα ο νέος του φίλος και τον ταξίδευε σε όσα διάβαζε και φανταζόταν τα βράδια που τον έκανε να λαχταρά…

– Και? Μετά από τόσες χώρες και ανθρώπους τι έκανες?
– Και…Κωστή..γυρίζοντας από εδώ κι απο εκεί…πότε στον έναν τόπο πότε στον άλλον…είπα πως δεν υπάρχει πιο όμορφη χώρα από τη δικιά μας. Και ας την έχουμε φτυσμένη. Υπάρχουν μωρέ πιο δαντελωτές παραλίες από αυτές στο νησί σου? υπάρχει πιο νόστιμο λάδι? Πιο γλυκειά αρμύρα? Και πες μου…ρώτα το θεό το Διόνυσο τον ίδιο..βγάζει άλλος τόσο αρωματικό και ταξιδιάρικο κρασί?

ο μπαρμπά Κωστής γέλασε…ένιωθε περήφανος για το κρασί του χρόνια. Το φρόντιζε όσο δεν πήγαινε το αμπέλι του. Σχεδόν μιλούσε στα σταφύλια του. Ενα ένα τσαμπί το κοίταζε προσεκτικά..και στο μάζεμα..και στον τρύγο..και σε όλα ο ίδιος παρόν..Και το πρώτο το ποτήρι εκείνος το γέμιζε..αν του άρεσε έδινε στη γυναίκα του να δοκιμάσει..αν όχι το έφτυνε…και έλεγε αυστηρά «φέτος δε βγάλαμε κανένα κρασί. του χρόνου πάλι’…δε δεχόταν κάτι λιγότερο…Το αγάπαγε το αμπέλι του..

–  Ετσι λοιπόν κατέληξα να τριγυρνώ στην Ελλάδα μας Κώστα. Πήγα σε διάφορα μέρη. Και είδα οτι ακόμα και να ξέρεις να μιλάς και να επικοινωνείς κανονικά…με όλους..πάλι η καρδιά είναι εκείνη που σε σώζει..ή την έχεις ή δεν την έχεις την καρδιά για να ακουμπάς στο είναι του άλλου. αλλιώς…τράβα στα πανεπιστήμια…να μάθεις την ανατομία της. κάτι άλλο δεν μπορείς.. Γίνε γιατρός να τη γιατρεύεις..αλλά…να την ακουμπήσεις..μάθε και κινέζικα δε θα το καταφέρεις… Γνώρισα ανθρώπους και ανθρώπους..και ακόμα και από τις μικρές τους κινήσεις καταλάβαινες αν θέλουν να τους μιλήσεις..αν φοβούνται ή αν πονάνε.. Τα ταξίδια με κέρδισαν τόσο πολύ που πια δεν έχω τόπο… Καμιά φορά πιάνω καμιά δουλειά και κάθομαι παραπάνω σε ένα τόπο ίσα ίσα να βγάλω τα έξοδα του επόμενου ταξιδιού…και έτσι προχωράω.. δεν ξέρω ίσως να μη μπορώ να μείνω σε ένα τόπο αφού δεν έχω ένα αχνιστό ψωμί φτιαγμένο από αγαπημένα χέρια..του πε και μύρισε το καλάθι με το ψωμί…

Κάτσανε πολύ ώρα…λέγανε ιστορίες και ιστορίες…και κάποια στιγμή…σηκώθηκε και του πε πως πρέπει να φύγει. Ο μπαρμπα Κωστής δεν τον άφησε να πληρώσει τίποτα..ίσα ίσα του δωσε και δώρο άλλα λίγα χρήματα για τον επόμενό του σταθμό.. Του πε να γυρίσει το νησί και να ξανάρθει μία από αυτές τις μέρες να τον ξαναδεί αν μπορεί… Του άφησε μια γλύκα εκείνη η βραδιά..ο τρόπος που μιλήσανε..τα γλυκά του λόγια…οι ιστορίες των ταξιδιών. Πώς κατάφερνε και μίλαγε με όλο τον κόσμο..τον φανταζόταν να κάνει παντομίμα..να προσπαθεί με τα μάτια του να πει όσα δε μπορούσε το στόμα του..και γέλαγε..

κοιτάζει σου λέω τα τραπέζια γύρω γύρω κρατώντας ένα καρτποστάλ…»Στον αγαπημένο μου βραδινό φίλο Κωστή που με φίλεψε μες στη νύχτα και μου μοίρασε την καρδιά του. Εφυγα νωρίτερα και δε μπόρεσα να έρθω μα θα φροντίσω στην επόμενη γύρα να ξανάρθω να πιούμε εκείνο το κρασί. Να θυμάσαι να κοιτάς μέσα από τους ανθρώπους και όχι απ έξω. Να μη γίνεις ποτέ ίδιος με τους άλλους. Σε ευχαριστώ πολύ για όλα.. ο φίλος σου»

Ανθρωποι και άνθρωποι καθόντουσαν στα τραπέζια του σήμερα.. Εψαχνε με διακριτική ματιά ο,τι του ζήταγε ο φίλος του… Είδε μια κυρία με τον άντρα της να τρώνε συζητώντας… Την είδε να θέλει να απλώνει μία στο τόσο το χέρι της πιο κοντά του..σα να θελε να του γυρέψει το χέρι του όπως κάναν παλιά στα ταβερνάκια… Μετά είδε έναν κύριο μόνο του να πίνει τον ελληνικό του μετά απο ένα απλό γεύμα. Τον είδε να χαζέυει τη θάλασσα..και τα καίκια και σα να δε στα μάτια του πως ήθελε να τα παρατήσει όλα και να γίνει ένας ψαράς… Λοξογύρισε και έφτασε στο τραπέζι ενός νεαρού ζευγαριού…μια κοπέλα απολάμβανε τη θάλασσα και χαμογέλαγε…βάζοντας το ένα χέρι της στο πρόσωπο..ο νεαρός χωμένος στο κινητό του..δε μίλαγε για ώρες..δεν καταλάβαινε..Εκεί κόλλησε λίγο…Σα να ψαχνε να μεταφράσει … η κοπέλα ήθελε σίγουρα μια αγκαλιά..εκείνος τι στο διάολο έκανε με τούτο το διάολο? Ρε…άρπαξέ την..ήθελε να του φωνάξει να τον πιάσει από το γιακά..άντρας είσαι εσύ μωρέ…με αυτό το μηχανάκι? Μα…τον είδε λίγο αργότερα..να της δείχνει κάτι στην οθόνη του κινητού και εκείνη..να χαμογελά ακόμα περισσότερο και να κουνιέται ρυθμικά…Πλησίασε λίγο πιο κοντά τους..και άκουσε μουσική…και γέλασε και εκείνος.. βρε για φαντάσου είπε ψιθυριστά…

Α ρε φίλε..ψιθύρισε…πήγε μέσα…γέμισε το ποτήρι του με παγωμένο κρασάκι και κάθισε στην πόρτα της εισόδου…φωνάζοντας
-Στην υγειά όλων! Να αγαπάτε μωρέ! Οπως το ορίζει ο καθένας σας!  Και να τραβάτε όπου ζητά η καρδιά σας! » και ήπιε μια γενναία γουλιά..

…ήταν μια όμορφη μέρα..

Advertisements