Τώρα δέσαμε…

Και να τη μια μορφή οικεία..σκαρφαλώνει σε μια κουνιστή ανεμόσκαλα…πέρα δώθε κουνιούνται τα σκαλιά…παλεύει να σωθεί χωρίς να ξέρει από τι…σα να κυνηγά τη σκιά της.. Κοιτάζει πίσω της..τι ξαμώνει και τι όχι. Ενα θεριό κόκκινο σα πύρινος  δράκος ανοίγει το στομα του.

«Αν είσαι εσύ»  της φωνάζει   «έμπα μέσα»!!

Μα εκείνη διστάζει. Νιώθει τα σάλια του θεριού να στάζουν και να κάνουν λίμνες από κάτω..Ποιο χέρι να πιάσει..τριγυρνά..μα τίποτα δε σιμώνει.

«Τελειώσανε τα χέρια δεσποινίς μου»..της λέει ένας μικρός σκαντζόχοιρος λιμάροντας με στυλ τα αγκάθινα κάγκελά του.. και εκείνη κοκκαλώνει. Να πιάσει τι…προχωράει χάνοντας την ισορροπία της και ο αέρας την πηγαίνει πέρα δώθε. Κρατιέται γερά από τα κάγκελα και λικνίζεται σα να σιγοντάρει την μακρινή μουσική από το βάθος της θάλασσας. Και αναρωτιέται αν ακούγεται μεσα από το στόμα του δράκου ή αν είναι πιο πέρα. Να ορίσει την ελευθερία. Να διαλέξει την ελέυθερη σκιά της.

«Ρα παραρεεεε ραμ παραρεεεεεεεεεε βρίζω που λες το χρόνο μου που είναι όλο καρτέριααααααα» ακούγεται ρυθμικά ένα σύνολο φωνών από τα κουπιά μιας βάρκας που κάνει κύκλους γύρω από τον ίδιο βράχο. Ενας μικρός βράχος. Ενα λουλούδι στη μέση, Και μια βάρκα γύρω γύρω…τρελαίνεται…Κάποιος να της πει οτι κάνει κύκλους…

» Εεεεε…εσείιιιιιιιιιιις κουπιάααααααααααααα κάνετε κύκλους»  τους φωνάζει κρατιώντας  τα μαλλιά της που μπαίνουν στο πρόσωπο ξανά και ξανά και χάνει την εικόνα μπροστά της
«Πάμε σωστά….πάμε κυκλικά….πάμε εκεί που δεν υπάρχει ξανάαααα» της λένε το σύνθημά τους..

Την πείθουν. Ξέρει ..Θέλει να πάει μαζί τους να γίνει άλλο ένα κουπί. Να κάνει τον ασφαλή κύκλο γύρω από το τέλειο λουλούδι., Τι κι αν δεν το πιάσει ποτέ..αναρωτιέται…Θα λέει πως κυνήγησε το βράχο..πως πλησίαζε τόσο κοντά…πως το είδε από όλες τις μεριές του..πως με ένα τσακ του χεριού της μια μέρα νόμισε πως το ακουμπισε..και πως όταν φύσαγε νοτιάς  η μυρωδιά πότιζε τα ρουθούνια της..πέρναγε στην καρδιά της και ανάσαινε… Ναι σίγουρα..πάνε σωστά..πάνε κυκλικά μα βέβαια πάνε εκεί που δεν υπάρχει ξανά!

Γυρίζει το βλέμμα..ο δράκος επιπλέει στη θάλασσα. Φονικό. Ποιος το έκανε..Δεν πρόλαβε να δει..αυτά τα μαλλιά την εμποδίζουν να δει.  Νεκρός? Οχι δεν είναι νεκρός..Ανεβοκατεβαίνει το κεφάλι του. Από τα κύματα ή από την ανάσα..
Δεν ξέρει τι να κάνει..Η ανεμόσκαλά της..στριφογυρίζει..σχεδόν περνά από πάνω του… Αφήνει τα κάγκελα ή γλιστράνε τα χέρια…δεν ξέρει…μα η μορφή βουτάει στη θάλασσα.

Αυτή και η ακριβή ανάσα του. Ναι αναπνέει. Τα μάτια κλειστά..με τις κόρες να κουνιούνται απελπισμένα πίσω από τα σκεπάσματα των βλεφάρων…παλεύουν να φέρουν την ανατολή..να ξυπνήσουν…η ανάσα καυτή..μα δε βγάζει φλόγες.. Μα..πλησιάζει πιο κοντά..

«Μόνο δράκος δεν είσαι» του φωνάζει «γάτος..απο τους μικρούς..ποντικός από τους φοβητσιάριδες… και βάτραχος που κυνηγά τα κουνούπια.»  του λέει θυμωμένη. Γιατί είναι τόσο θυμωμένη..δεν ξέρει.. Θέλει να τον χτυπήσει..να του κάνει κακό. Θέλει να του πει οτι τζάμπα έχασε το χρόνο της πάνω εκεί στα τρεμάμενα σκαλιά μη μπορώντας να διαλέξει μεριά..  Στα κουπιά της..εκεί…στο βράχο της και στο φανταχτερό λουλούδι…Τι να κάνει εδώ.. Δεν έχει θέση εδώ. Νόμιζε οτι είχε.

Κάνει να φύγει…και νιώθει την ανάσα να ζεσταίνει παραπάνω..γυρίζει και τον βλέπει να ανοίγει λυπημένα τα μάτια
» Πού πας..γιατί με αφήνεις..όλο με αφήνεις» της λέει και κλάιει..και γεμίζει η θάλασσα κόκκινα δάκρυα..και κοκκινίζει ο ουρανός ο καθρέφτης.
«Εγω…σε αφήνω? » ρωτά απορημένη…»εμένα δε με περίμενες ποτέ πώς σε αφήνω;» συνεχίζει

» Σε περίμενα στο ξημέρωμα της μέρας, στα δάκρυα σου στο θα το μεγάλο σου, στη χρυσή ανατολή..στο λαμπερό σου όχι που έκανα πάρτυ…σε εκείνο το μυστικό σου ψίθυρο..στο αχ της βραδιάς σου… Σήμερα κοίτα με..έβαλα τα καλά μου..το κόκκινο παπιόν και το άσπρο σακάκι με τις μαύρες βούλες..Και παπούτσια έβαλα..δες…και στην ουρά μου κρέμασα καμπανάκια πολύχρωμα..με τέλειους ήχους.. Μα εσύ..λαβωματιά μου χάρισες..γερή…και ένα ξίφος στην καρδιά..να πονάει..να πλημμυρίζει η αγάπη να αδειάσει να στερέψει…»

Ο αέρας φυσά… απότομα…ένα δυνατό στροβίλισμα παίρνει το δράκο μακριά…ο βράχος ξεριζώνεται και το λουλούδι μαδάει. Τα κουπιά σπάνε στα 2 κι ανεμίζουν ..έρμαια του ανέμου..και εκείνη δεν κουνιέται στη μέση.  Ο χώρος αδειάζει και εκείνη σηκώνει το κεφάλι ψηλά και χαζεύει όσα φέυγουν από μπροστά της..Τίποτα δεν υπάρχει…και η βάρκα με τους τέλειους κύκλους..κάνει έναν τέλειο κύκλο μέσα στον ανεμοστρόβιλο και χάνεται…

Ποιος κύκλος..και ποια ζωή…ποιος βράχος..ποιο λουλούδι..και ποια ευτυχία..ποιο είναι το ποτέ ξανά και ποιο το ίδιο για πάντα…

ένα ψάρι μικρό χρυσόψαρο βγαίνει από το βυθό…στην ταραγμένη θάλασσα..εικόνα παράταιρη..καμία γυάλα να το διεκδικεί..της κουνάει το χέρι κυκλικά…

«τώωωωωωωωωωωωωωωωωρα» της λέει…  «τώραααα δέσαμε μορφονιά» και βουτάει και πάλι μέσα..

Advertisements