Το τέλος του παραμυθιού…

Βαλίτσα γεμάτη. Σε ένα κατσαριδάκι κρύψαμε μια ευχή και ένα ταξίδι. Ενα ταξίδι σαν ευχή και μια ευχή σαν ταξίδι.

Λίγο χρόνο δώσε μου μόνο να κλείσω την πόρτα αυτή. Να πω αντίο στο σπιτάκι εκείνο που έλαχε να βρεθεί στο δρόμο μου και ένιωσα γλυκό το φίλεμά του και τη θαλπωρή του..σχεδόν αληθινή. Ασε με να κλείσω τα μάτια και να αφήσω στο χώρο αυτο μια προσευχή κάτω από το καντήλι το αναμμένο και τις εικόνες..εκεί ψηλά.. Δεν ξέρω τι να αφήσω εκεί μέσα και τι να πάρω. Τι θα μείνει και τι θα εξαφανιστεί. Τι να πάρω μαζί μου..τι να στριμώξω στο μικρό πορτ μπαγκάζ..μαζί με τις πετσέτες τις λευκές, τα κουτιά με τα γράμματα και τα ποτήρια του κρασιού…

Σπιτάκι αναμνήσεων μακραίνεις στο χρόνο..ήσουνα τόσο ζωντανό σχεδόν είχες μιλιά. Αναβόσβηνες και έλαμπα λες και ήσουν το πιο χορταστικό δέντρο χριστουγέννων…και στόλιζα τα λόγια μου σαν μπάλλες πάνω σου..και κρέμαγα τα όνειρα σαν αγγελάκια στο ταβάνι να πετάνε..με γυαλισμένα τα φωτοστέφανα να λάμπουνε το βράδυ…Επιανα το τριγωνάκι και σου λεγα  «να σου τα πω;» και χωρίς απάντηση άρχιζα δίχως να περιμένω κανενα ευρουλάκι να με σταματήσει ..παρα μόνο το σπιτικό το γλυκό..άντε και κανά ζεστό ποτό..

Το επόμενο παραμύθι που θα φτιάξω δε θα έχει ιππότες και μαγικές διαδρομές. Τα χαλιά δε θα ναι μαγικά..και τα φίλτρα δε θα μεταμορφώνουν τίποτα. Το επόμενο παραμύθι θα είναι τόσο αληθινό όπως η ζωή η παραμυθένια. Κανένα σπίτι με χέρια σαν αγκαλιά κανένας σταθμός να ξελαχανιάσω…κανένα κρυφτό..καμιά ωραία κοιμωμένη…καμιά γοητευτική μπαλαρίνα ζηλευτή και κανένας σακάτης στρατιώτης.. Το επόμενο παραμύθι θα έχει αυτό που γίνεται ο άνθρωπος σαν βγάζει τη στολή της αμνησίας ..σαν πετάει από πάνω του την πανοπλία της απάθειας και της αναισθησίας..

Στο κατσαριδάκι φόρτωσα μια μηχανή και 2 φακούς. Εβαλα ένα σκύλο στο κάθισμα αγκαλιά με ένα γάτη. Ενα κρασί παλιό, μία κουβέρτα και λίγες πετσέτες.  Φαναράκια για τις βραδιές και λίγα μαξιλάρια. Φόρτωσα ένα κουτί με ποιήματα παλιά και με παραμύθια και με μυθιστορήματα που μείνανε στη μέση. Εβαλα φωτογραφίες από όλες τις χρονιές και πήρα αγκαλιά κάτι κορνίζες. Το ξήλωσα τον τοίχο του σπιτιού που είχα πάνω από το κρεβάτι. Του πήρα τα σπουδαία μου που άφησα για λίγο να τα έχει φυλαχτό. Παίρνω μαζί μου ο,τι δε χωρά εκει πέρα. Ο,τι δεν του πρέπει…

Η κόρνα ακούγεται δυνατά..έρχομαι σου λέω..του φωνάζω..μα τι ανυπόμονο σαν τη ζωή και σαν κι εμένα..
Η πόρτα θα κλείσει …το σπίτι θα χαθεί..τι έμεινε μέσα..και ποιος διάλεξε να μείνει εκεί μέσα; Τι θα βρω κρυμμένο στο αυτοκίνητο όταν θα έχω φτάσει μακριά..και ποιος θα παλεύει να σπάσει την πόρτα; Κανείς δεν ξέρει..

Το παραμύθι αρχίζει εκεί που τελειώνουν τα…παραμύθια σου.
Simple..

Advertisements