Μου λείπεις…

Την παρακολουθούσα ώρα. Χρυσαφένια μαλλιά χυμένα σε 2 αγαλμάτινους ώμους..αφήνοντας το λαμπύρισμά τους πάνω τους σαν ήλιος που παίζει με τις αχτίδες του στο πρόσωπό.  Καθόταν στο παράθυρο και κοίταζε απ έξω. Δεν ξέρω αν περίμενε κάτι. Την έβλεπα μόνο και προσπαθούσα να καταλάβω την έκφρασή της. Είχε μια ματιά που σε λύγιζε. Εβλεπες εικόνες να ξεπηδάνε από μέσα της και η σιωπή της σε ανατρίχιαζε χωρίς να ξέρεις το γιατί. Επαιζε τα δάχτυλά της στο πρεβάζι του παραθύρου και στρίμωχνε το βλέμμα της στα βήματα που έκαναν σε κάποιο σιωπηλό ρυθμό..λες και προσπαθούσε να οδηγήσει κάπου τη σκέψη της. Αυτήν την αίσθηση μου έδινε. Μια περίεργη ανάγκη διαφυγής από κάτι που τη βάραινε. Ενιωθα πως κάτι ζητούσε απεγνωσμένα..κάτι ανέμενε..και δεν το έλεγε…πως ήθελε να πει να φωνάξει..την έβλεπα να σπάει το τζάμι του παραθύρου και να βγαίνει με φόρα έξω και να ουρλιάζει…αλλά άλλες φορές την έβλεπα απλά να τα παρατάει όλα και να κάθεται πίσω στο καναπέ βυθισμένη..με τα γόνατα τυλιγμένα μέχρι το πιγούνι.  Περίεργη αυτή η μικρή έλεγα…

Κάποια στιγμή..σταμάτησαν να χορεύουν τα δάχτυλα…την είδα να σηκώνεται…φοβήθηκα τη δεύτερη εκδοχή μου…αλλά όχι δεν κάθισε σε κανέναν καναπέ.. Αρχισε να ψάχνει τα κουτιά με τα παιχνίδια της…Βρήκε το σετ ζωγραφικής της και σε ένα άδειο πάτωμα πέταξε ένα σωρό μαρκαδόρους… Ξάπλωσε στο πάτωμα..φύσηξε τις τούφες που πέφταν στα μάτια της..και άρχισε να σχεδιάζει..σε ένα μεγάλο χαρτί ακουαρέλλας…

Τόσα χρώματα…τόσες ιδέες…ήλιοι..μπαλόνια..ουράνια τόξα…στη μέση ένα παράθυρο..και γύρω γύρω τόσες όμορφες γωνιές..σε ταξίδευαν..σε οδηγούσαν σε ένα σωρό παραμύθια…και εκείνη να συνεχίζει να ζωγραφίζει ακούραστα και με χαμόγελο..Ωσπου σκοτείνιασε..και άρπαξε έναν μαύρο μαρκαδόρο..και έξω από το παράθυρο άρχισε να φτάχνει ένα μαύρο τέρας…σαν εκεί που κοιτούσε…και έβαλε κόκκινο να στάζει από το στόμα του..Τι φαντασία έλεγα… Ποιο να ταν το τέρας…τι έφαγε..τι στάζει…Τι σχέση έχει με τη δική της αναμονή… Οσο πήγαινε το σχέδιό της αποκτούσε ζωή…συναίσθημα και εκείνη βουρκωμένη να τελειοποιεί τις σταγόνες από το αίμα..

Είχε τελειώσει. Το κοίταζε. Εδειχνε ευχαριστημένη. Τα είχε φτιάξει όλα. Τον χρωματιστό της κόσμο..τις παρέες των λουλουδιών.των φίλων..τις όμορφες γωνιές..τόσα όμορφα πράγματα…μιας πλουσια ζωής..Μπορει της δικής της.. Μονο εκείνο το τέρας απο το παράθυρό της..φαινόταν άγριο..εκδικητικό…αιμοβόρο..Εδειχνε να το απολαμβάνει..να είναι έτοιμο και για άλλα…φοβόσουν οτι θα μπαινε από το παράθυρο και θα έτρωγε και εσένα.. Μα εκείνη ήταν πιο ήρεμη. Λες και το ήξερε χρόνια. Λες και είχανε δώσει τα χέρια..και είχε δεχτεί ο ένας την παρουσία του άλλου. Την έβλεπες εκεί…γαλήνια…να του χαιδεύει με τα χέρια της το σώμα..τις κόκκινες σταγόνες…να γεμίζει χρώματα τα δάχτυλα..και να του γελάει… Σα να μου έλεγε οτι το να φοβάσαι το θεριό δεν είναι ο μεγαλύτερος φόβος..σα να μου έλεγε οτι το θεριό δεν είναι πάντα ο εχθρός μας..σα να με έκανε να δω περισσότερο τις άλλες χρωματιστές μεριές μήπως εκείνες είναι πιο ψεύτικες..πιο ουτοπικές..πιο ψυχοφθορες ίσως..

Σαν να την πείραζε πιο πολύ που το έχει έξω από το παράθυρό της. Γαμώτο αυτό είναι..είπα. Ο γρίφος ειναι αυτός. Δε το φοβάται. Επαψε να το φοβάται καιρό. Δεν τη φοβίζει η αγριάδα του. Ούτε το μαύρο του τρίχωμα. Και ας τρελαίνεται για όλα τα γύρω χρώματα.. Αυτό είναι…ανάγκη..μια ανάγκη ζωγραφίζει..Τι περίεργη η ψυχή ενός χρυσαφένιου κοριτσιού αθώου και άβγαλτου… Δε μπορεί να κάνω λάθος..Είμαι σχεδόν σίγουρη.. Την ξέρω. Πώς την ξέρω τόσο καλά..ουαου..

Και τότε…με ένα χρυσό μαρκαδόρο γυαλιστερό…έγραψε με μεγάλα γράμματα ακριβώς κάτω από το παράθυρό της
«Μου λείπεις. Έλα να διώξεις τα χρώματα….»

Advertisements