Το κενό δεν κρύβεται με make up…

Καθόταν σε ένα παγκάκι στη θάλασσα.  Ντυμένος στην τρίχα. Σώμα που έδειχνε αθλητικό κι ας ήταν γερασμένο. Φαινόταν πολύ πιο νέος. Κοίταζε τη θάλασσα με ένα βλέμμα λες και ταξίδευε πέρα στο βάθος…λες και ήταν ήδη σε ένα από τα πλοία που έφευγαν.  Είχε κάτι το βαθύ ή το βαρύ στη σκέψη του. Δεν ξέρω.  Πού να ξέρω..

Τον πλησίασα με βήματα σιωπηλά. Ο στόχος μου ήταν να κάτσω σκεφτική και αμίλητη δίπλα του. Μπορεί έτσι να μίλαγε. Ποτέ δεν ξέρεις.  Δε γύρισε να με δει. Συνέχιζε να κοιτάζει  μπροστά. Πίστευα οτι δε με είχε αντιληφθεί.. μέχρι που άρχισε να μιλάει

– Οταν φωτίσει το φεγγάρι θα κάνει μια γραμμή ολοφώτεινη στη θάλασσα…Είναι ο δρόμος της αγάπης..
– Ναι μου το έχουνε πει..χρόνια πριν..
– Α…είσαι απο τους τυχερούς..Στο έχουνε πει… είπε και σώπασε..

–  Μένετε κοντά εδω? είπα να πάρω την πρωτοβουλία..
–  Σχετικό κι αυτό…είπε και γέλασε… Κάποτε ναι έμενα πολύ κοντά από εδώ..
Μετά κοσμογύρισα..ήθελα να κάνω τον σπουδαίο..
–  Ωραία είναι και τα ταξίδια..εμένα μου λείπουν
–  Μωρέ τα ταξίδια ωραία είναι! Αρκεί να ξέρεις τι αφήνεις και τι θες να βρεις…
–   Α όχι…θα διαφωνήσω..το ταξίδι είναι ωραίο όταν δεν ξέρεις τι θα βρεις..
–   Ναι αλλά ξέρεις τι αφήνεις.  Εχεις καλή εκκίνηση..Το αν θα ξέρεις τι θα βρεις ή όχι..μπορεί να το δεχτώ..
–   Μμμ…αφήσατε κάτι που δεν ξέρατε καν? Αφήσατε κάτι που δε θέλατε να αφήσετε?
–  Αφηνα και μπορεί και να αφήνω δεν ξέρω…συνεχώς πίσω μου κάτι ή κάποιους για να κάνω τη μπαλιά μου όπως έλεγα και μικρός…χωρίς να το ξέρω. Νόμιζα πως τους έπαιρνα μαζί μου..οτι έπαιρνα τα πάντα μαζί μου..Οτι μου άνηκαν..οτι τα είχα…πώς να στο πω..
–  Δεδομένα…η κακή στάση των δεδομένων…Κι εγώ το πέρασα αυτό κάποτε..
–  εσύ όμως το ξεπέρασες..
–  αν λέω οτι το ξεπέρασα..τότε το θεωρώ δεδομένο οτι είμαι οκ…λάθος δε θα ταν? τον έκανα και γέλασε…
–  αχ…και να γύριζε ο χρόνος…ίσως το κούφιο το κεφάλι μου να έβλεπε τα κενά που άφηνα ανάμεσά σε μένα και τους άλλους..στα όσα αποφάσιζα να αλλάξω και στα όσα είχα…
–  αν γύριζε ο χρόνος..θα κάνατε τα ίδια. το να μετανιώνει κανείς..δεν έχει τίποτα το σπουδαίο..
–   Μπορεί και να χεις δίκιο. Αφηνα το φίλο στο λιμάνι …το θυμάμαι…εκείνος στεναχωρημένος που θα με έχανε..εγώ ενθουσιασμένος..δουλειά στο καράβι..ταξίδια…ο,τι θες.. «Να μου γράφεις» μου είπε…σαν ξεμάκραινα.. Ναι ρε Τάσοοοοοοο θα σου γράφω…θα σε παίρνω τηλέφωνο θα στα λέω όλα…
–  Και? Μιλήσατε καθόλου?
–  Στην αρχή του έγραφα..Για το ένα για το άλλο…αλλά μετά δεν προλάβαινα δεν είχα χρόνο..Αραξα σε μια χώρα ξένη και έγινα σπουδαίος βλέπεις..Να σου οι συναντήσεις…να σου τα ταξίδια…να σου όλα..  Τότε γνώρισα τη γυναίκα μου..θησαυρός το Λενάκι…μοδίστρα σούπερ..και μοντελάκι..σκέτη γλύκα..
Του γέλασα..
–  Ενα χρόνο κοντά περάσαμε ζάχαρη.. μαζί παντού..σε όλα..μέχρι που βουτηγμένος σε κάποια χιόνια.,,προσπάθησα να σηκωθώ όρθιος..και ξανάπεσα..όταν μου έδωσε το χέρι της για να σηκωθώ..την κοίταξα στα μάτια..πήρα το κορδόνι από την κουκούλα μου και της το έδεσα στο δάχτυλο και της είπα αν θέλει να γίνει γυναικα μου. Με ένα ναι βουτηχτήκαμε πάλι στα χιόνια.. Σαν τώρα το θυμάμαι..το τηλέφωνο που χτύπησε για τη θέση στην Αμερική. Σαν τώρα θυμάμαι το ναι που είπα ελέυθερα..χωρίς δεύτερη σκέψη..
– Εκείνη?
–  Εκείνη κοκκάλωσε. Είχε τη μάνα της άρρωστη και μια νέα θέση σε οίκο μόδας. Της είπα οτι θα ναι για λίγο..Το λίγο έγινε πολύ..μια μέρα μου  έστειλε σε ένα φάκελο τη βέρα της μαζί με τα χαρτιά διαζυγίου…
– Μάπα η Αμερική…δηλαδή..
– Μάπα..αλλά καλή ζωή…ο,τι θες έκανα..Κυκλοφορούσα απο εδώ κι απο εκεί..έβγαινα..έκανα γνωριμίες..έκανα και 3 μαγαζιά εμένα που με βλέπεις! Αμέ! Ξεκίνησα απο ένα ελληνικό εστιατόριο..μετά έκανα ένα έθνικ και μετά ένα ζαχαροπλαστείο.. Χαμός σου λέω..και να σου τα γυναικάκια..χορταστικά..ζουμερά.. Ελεγα οτι όποιος δε ζει έτσι..δεν ξέρει να ζει.. Εβλεπα τους ξενέρωτους φίλους που κυκλοφορούσαν με τη μία και μοναδική γυναίκα για χρόνια και αηδίαζα.. Μα καλά έλεγα δεν τους στρίβει? Δε θέλουνε να έχουνε εμπειρίες..να ρουφήξουν τη ζωή να γίνουν μεγάλοι?
– Μάλιστα..του είπα συμπονετικά..καταλαβαίνω..
– Το βλέπω στο βλέμμα σου…ξέρεις απο τώρα τι έγινε…Ναι γέρασα..γαμώτο..βαρέθηκα να βγαίνω..κουράστηκα..δε μπορούσα τις νέες γνωριμίες..τα μαγαζιά..τα όλα..Ενέργεια γιοκ.. Και τότε σε ένα παγκάκι..εκεί…είδα ένα ζευγάρι πιασμένο χέρι χέρι…έφτασε κοντά μου..εκείνος έβγαλε το μπουφάν και της το φόρεσε..εκείνη του έδινε λίγο από το σάντουίτς της..είχε μια αρμονία αυτή η σιωπή..και μια ζεστασιά που ήθελα να βάλω τα κλάματα.. Αδειασα το σπίτι..άφησα μαγαζιά και λοιπά..και ήρθα από Αμερικη να βρω το Λενιώ..
– Αλήθεια?
– Ναι.. Αλλά πόσο να περιμένει το Λενιώ?  Και τι να περιμένει? Δεν έταξα κάτι.. Παντρεμένη που λες με 2 ζιζάνια..γλύκα..της μοιάζανε..και ευτυχισμένη. Με ρώτησε αν είμαι καλά..μου χάιδεψε τα μάγουλα και εγώ έκλαψα σαν παιδί..Με πήρε αγκαλιά..και ύστερα με χαιρέτησε δίνοντάς μου ευχές..
–  Και τώρα? Τι κάνετε τώρα…γιατί δεν είστε με φίλους παλιούς…γιατί κάθεστε μόνος? Δεν αρκεί πια αυτή η μοναξιά..?
–  Τώρα…τώρα..σωπάινει και μου δείχνει ένα χαρτί.. ένα τηλεγράφημα απο την οικογένεια του Τάσου.
τώρα..να..έχω αυτο το χαρτί και κανέναν να πάρω τηλέφωνο να του το πω..Τόσοι φίλοι..τόσες παρέες…τόσα όλα…τόσο σπουδαίος..τα τηλέφωνα χτύπαγαν συνεχώς…τόσα….και κανένας να πω έλα δεν είμαι καλά..έχασα ένα φίλο…όχι τώρα όπως λέει το χαρτί αλλά χρόνια πριν……..όχι τώρα..κι έβαλε τα κλάματα..

όχι δε θα σου πω τη συνέχεια..
κάπου είδα τελευταίως να κυκλοφορεί στο facebook μια εικόνα..και αποφάσισα πως αυτό το άρθρο δε θα έχει δική μου φώτο..τέλος.

Advertisements