Για τη Χιονάτη…

Θα σου πω λοιπόν  για εκείνον τον νάνο. Τι δεν τον ξέρεις; Ναι το αποφάσισα..κάποτε πρέπει να το μάθεις κι εγώ που λατρεύω τα παραμύθια και κάποια στιγμή θα στο δώσω να το καταλάβεις περισσότερο..έχω ανάγκη να μοιραστώ την ιστορία του που μου πε πριν λίγο καιρό.

Ηταν μια βραδιά του Σεπτέμβρη..που δε με έπαιρνε ο ύπνος αλλά δεν ήθελα να ξυπνήσω κανέναν…έξω στο μπαλκόνι ο αέρας σφύριζε και κάθε του σφύριγμα αποτελούσε πρόσκληση …ένα μεγάλο  ‘Ελα’ τρύπωνε στα αυτιά μου και τσίτωνε τα τύμπανα..

Κι έτσι βγήκα έξω..φύσαγε τόσο πολύ..και η λεπτή ρομπα κουνιόταν στον ίδιο ρυθμό με τα μαλλιά μου και δεν ήξερα αν κρυώνω ή αν μου αρέσει όλη αυτή η αναπάντεχη δροσιά που ανακάτευε τα μαλλιά και την ψυχή.. Ετσι άπλωσα τα χέρια στο κάγκελο του μπαλκονιού και προσπαθούσα να μετρήσω τα αστέρια…σαν ένα άλλο…παιδί του Μενέλαου .. και τότε τον είδα. Ενας κοντούλης μικροσκοπικός ανθρωπάκος..καθόταν στην ελιά που φτάνει μέχρι το μπαλκόνι μου και μάδαγε μία μαργαρίτα..Κάθε της πέταλο χρύσιζε όπως πέταγε από ψηλά ..και ο αέρας το πηγαινοέφερνε φωτεινό στη γειτονιά μου μέχρι να χαθεί..κι ένα δε μ αγαπαααα..με αγαπααααα με ηχώ μελωδική.. χανόταν στον αέρα μαζί του… Ετριψα τα μάτια μου..και έδιωξα τις τούφες από τα μαλλιά από το πρόσωπο που είχα αφήσει να παίζουν κρυφτό..και προσπάθησα να καταλάβω αν όντως βλέπω αυτό που βλέπω.

Ο μικρός με τον πράσινο σκούφο γύρισε με μάτια καταγάλανα και τεράστια προς το μέρος μου. Δεν έδειχνε φοβισμένος. Λες και ήξερε οτι θα τον βρω σήμερα για να μου μιλήσει. Με τέτοια σιγουριά βλέμμα αληθινό πεντακάθαρο από εκείνο που χουν συνήθως μαυροματηδες…άρχισε την κουβέντα..

– Εσύ είσαι που γράφεις ιστορίες; μου λέει
– Ιστορίες;
– Ναι από εκείνες τις περίεργες..που το παραμύθι δεν είναι παραμύθι
– Ε…ναι θα μπορούσες να το πεις αυτο για μένα..του γέλασα
–  Να θα θελα να σου πω κάτι που δεν είναι ιστορία και καθόλου παραμύθι και όμως ανήκει σε ένα παραμύθι που λένε όλοι εδώ πέρα
–  Δηλαδή; λέω περίεργη και πάω πιο κοντά του
–  Ε δε με βλέπεις; μου λέει και σηκώνεται όρθιος πάνω στο κλαδί… Δε σου θυμίζω κανέναν;;;;; λέει με γουρλωμένα τα ματια
– ε..κάπου πάει ο νους μου…του λέω χαμογελωντας
Είσαι αυτός που νομίζω ε?
– ναι είμαι ο ένας από τους 7
– ουαου του είπα με χαρά. Τιμή μου που καθισες στην ελιά μου.

Ο νάνος μου χαμογέλασε.  Και μετά άρχισε την ιστορία του. Ήθελα τόσα πολλά να τον ρωτήσω ..πόσο μικρα ήταν εκείνα τα κρεβατακια…πώς χωραγε η Χιονάτη πώς έτρωγε σε εκείνα τα πιάτα και αν μοιαζαν με τα κουζινικα που είχα μικρή και έφτιαχνα με τη φαντασία μου το παραμύθι αλλά τελικά είπα να μείνω σιωπηλή ήταν πολύ σοβαρός..

– ήταν μια μέρα με ήλιο πανέμορφη. Από τότε που ξύπνησα ένιωθα μια παράξενη χαρά. Έκανα τις δουλειες όλες γρήγορα και σφυρίζοντας μαζί με τα αδέρφια μου γύρισα σπίτι. Τότε την είδα μισή να ακουμπά στο κρεβάτι μου και μισή στο πάτωμα. Θυμάμαι ότι η καρδιά μου χτυπούσε τόσο δυνατά που έλεγα ότι θα σπάσει. Όταν μάθαμε τι έγινε…έγινα ο φύλακας της…την έβλεπα να μας μαγειρεύει και χάζευα τα όμορφα και ικανά χέρια της. Όταν μου έφτιαχνε το γιακά πριν παω στα χωράφια και έσκυβε πάνω μου τα μάτια μου γυαλιζαν από τη χαρά και έτρεμα ολόκληρος και περίμενα πώς και πώς να ξημερώσει η επόμενη μέρα για να το ξανακάνει. Ώσπου έγινε το κακό και τη βρήκα πρώτος πεσμένη στο πάτωμα. Τα δάκρυά μου έπεφταν πάνω της και τα χέρια μου προσπαθούσαν να τη σηκώσουν …τη χαιδευα της μίλαγα να ξυπνήσει. Ξυπνά αγάπη μου της έλεγα μα τίποτα… Κάθε μέρα πήγαινα στο κρεβάτι που της είχαμε φτιάξει στον κήπο με την κουνουπιερα και της μίλαγα. Της έλεγα ότι θα ψάξω ολόκληρο τον κόσμο να βρω το ξόρκι εκείνο που θα την ξυπνήσει…  Και τότε εμφανίστηκε αυτός. Ιππότης…γενναίος..ψηλός δυνατός…πλησίασε…και εκανα δειλά βήματα πίσω.. όταν τη φίλησε κι εκείνη άνοιξε τα μάτια και του γελασε…τότε  η καρδιά μου σπαραξε… Το ξερα…κάποτε θα την έχανα…

Βλέπεις είμαστε από εκείνους τους ήρωες των παραμυθιών που δεν κερδίζουν στο τέλος κι ας μην είμαστε οι κακοί…
Από τότε την έχασα…μα η καρδιά χτύπα για εκείνη. Το παραμύθι σταματά στο ζησανε αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα αλλά δε ρωτά κανείς τι απέγινε εκείνο το σπιτάκι και 7 καρδιές… Παραμυθια και αηδίες…πφφφ… είπε και μαδησε την υπόλοιπη μαργαρίτα…κι εγώ ήδη τραγούδαγα από μέσα μου…το μία φορά και έναν καιρό….

Απόρησα..δεν είχα πότε σκεφτεί το σενάριο ενός ερωτευμένου νανου. Όλοι στο μυαλό μου ήταν οι φίλοι της. Πότε δε φανταστηκα τα ντροπαλα ερωτευμένα μάτια εκείνου του νάνου όταν τη χάζευε…τα μαλλιά του όπως έφτιαχνε στον καθρέφτη για εκείνη,  τα λόγια που προετοίμαζε να της πει…τον πόνο του όταν την…έχασε.

Τον πήρα αγκαλιά και μετρησαμε μαζί τα αστέρια στην άυπνη νύχτα και των 2 μας….και του υποσχέθηκα να γράψω για εκείνον. Μπορεί η Χιονάτη να περάσει από….εδώ…να το διαβάσει…κι ακόμα κι αν δεν αλλάξει κάτι…. εκείνος θα της έχει μοιραστεί την αγάπη του.

Έστω κι έτσι…  😉

Advertisements