Εκει στον καμπο…

Ο μικρός Νίκος κυλιέται το βράδυ με τη φίλη του Λίζα στο χωράφι. Τη σκυλίτσα της γειτονιάς. Μες στο σκοτάδι. Αν τον κλέψει κάποιος κανείς δε θα το δει. Τον πήρα αγκαλιά και τον έβγαλα από τα χωράφια στο σκοτάδι.. Κι εκείνος πήρε αγκαλιά τη Λίζα..και μου βαρύνανε τα χέρια, αλλά το γέλιο του με έκανε να γελάσω. Σμίξαμε στο βράδυ αυτό σε μια τυχερή αγκαλιά…και είδα τι σημαίνει να μεγαλώνεις με μια μαμά αδιάφορη και έναν πατέρα συνεχώς στη ταβέρνα.. Αυτός και η Λίζα του..και ένα σχολείο άφαντο.. Ας είναι..του γλύφει τα χέρια και δεν είναι μόνος..σε έναν κόσμο μες στη μοναξιά των επιλογών..του λόγου που αργεί..της ερωταπάντησης που κάνει το γύρο του κόσμου για να γίνει….το απλό τι κάνεις που δεν έρχεται ποτέ όταν το περιμένεις παρά μόνο ως απάντηση ή ως καταναγκαστικά έργα……κι ας χρειάζεται μονάχα λίγα μη εγωιστικά λεπτα.. ας είναι… ίσως ο μικρός Νίκος να νιώθει πιο καλά εκεί..κι εγώ να μη το βλέπω..και να φοβάμαι για κείνον…

Στο καφενείο πιο δίπλα κυνηγοί της μέρας και κουρασμένα γεροντακια από τα λιόδεντρα. Λίγο πιο μεσα δυο τραπέζια με τσόχα και παππούδες «τζογαδόροι» χάνονται μες στον καπνό από τις ξύλινες πίπες τους… Η μαγείρισσα με το πλατινέ μαλλί και τη γυαλιστερη φόρμα από την Αθήνα παλεύει να κερδίσει κάποιο βλέμμα. Τι ιστορία ακουμπά σε τούτο το χωριό μες στα βουνά με μακρινή θέα τη φωτισμένη γέφυρα? Δεν έχουν τα σκυθρωπα πρόσωπα της Αθήνας κάτι είναι κι αυτό. Ζουν μόνοι …θυμίζουν νομαδες δεν ξέρω γιατί..εκτός κι αν ο νομάς είμαι εγώ…

Πρωί κι ο ήχος της καμπανας οι μυρωδιές των κυριακάτικων φαγητών και ο ήχος του αέρα που περνά μέσα από τα φύλλα ζωντανεύει το μικρό χωριό και η ψυχή που αγναντεύει στο μπαλκόνι πετά μαζί με τα γεράκια στο καταπράσινο τοπίο και λαχταρά…  Λαχταρά νιάτα… να τρέχει μες στο χωριό ελεύθερη, να χαχανίζει γύρω από ένα τζάκι καπνισμένο….λαχταρά το νερό του ποταμού…τον έρωτα που γέμιζε τα στήθη κι έδινε τις μεγάλες υποσχέσεις.  Νοσταλγεί εκείνο που έζησε κι εκείνο που δεν έζησε ..δεν είπε.. δε χόρτασε το θέλει απεγνωσμένα πιο πολύ και πονά…

Ο αέρας θα κάνει το δάκρυ να φανεί με τη δικαιολογία του κρύου..κείνο που κρύβει τη θλίψη αυτής της νοσταλγίας. Κουρασμένη η σκέψη. Δεν καρτερά πια, δε μπορεί άλλο, δε θέλει, δεν το έχει ανάγκη το μάθημα… Δε θέλει κανένα γιατί.. σαν εκείνο το δέντρο που στέκει περήφανο εκεί απέναντι στο κάμπο…και λέει στο όμορφο γεράκι εμένα δε θα με φτάσεις ποτέ έτσι που πετάς…δεν είμαι εγώ το θήραμά σου ..κι ας στάζω αίμα από τα νύχια σου…. Και το κοιτά καθώς φεύγει από πάνω του και κλαίει η ρετσίνη του και λέει ψιθυριστά ..δε θα πάρω ποτέ λίγο από τη γεύση των φτερών σου…ποτέ…κι ας ονειρεύομαι πως πετάμε μαζί στον καταπράσινο κάμπο ένα γεράκι κι ένα δέντρο παράταιρο ζευγάρι ευτυχίας…

Ήρεμο το μικρό χωριό..αθόρυβο …μυρίζει το φρέσκο λάδι…μυρίζει το φρέσκο κρασί..μυρίζει από τα βήματα της γιαγιάς που σβήνει τα κεριά της εκκλησίας. Μυρίζει μια  παράκληση γραμμένη σε μικρό χαρτί σε μια Μονή μοναχική με λουλούδια.. κλείνει μια ξένη προσευχή μέσα της..μα δε βρήκε άλλη να ταιριάζει περισσότερο σε τούτο το τοπίο… Ενα χέρι δειλό τρεμόπαιζε με το νέο του κομποσκοίνι στον καρπό σαν έγραφε αργά αργά τα γράμματα…σαν πρωτάκι στο σχολειό..με τα στρογγυλά και τα μπαστουνάκια..να γράψει το όνομα σωστά να πάρει το μπράβο της δασκάλας… Ενας παπάς θα τη διαβασει την ευχή με το χάδι της πίστης της και θα σκορπίσει η ηχώ του Αμήν στην αυλή με τα πορτοκαλί ρόδια και τα κουταβια..

Ήσυχη αυτή η Κυριακή. Δε γυρεύει τίποτα παρά μόνο μια γιορτή..εκεί στον κάμπο και λίγο πιο πέρα… Ίσως και έναν αέρα δυνατό να κάνει εκείνο το δέντρο να απλώσει λίγο τα χέρια του να πιάσει ουρανό να γίνει λίγο πιο δίκαιη η φύση …ίσως…. Ήσυχη σαν εκείνο το μικρό χαρτί που χορεύει ανάμεσα στα άλλα τα μικρά  σε ένα κουτί δίπλα από έναν σταυρό και μια εικόνα..και μαρτυρά τη γενναία λέξη…

Εκεί στον κάμπο..που όλα είναι ήσυχα απλά και ταπεινά….και μπορούν και γεννούν σκέψεις χαμογελαστές και ανθρώπινες..μακριά από εγωισμούς και μαθήματα..

Advertisements