Λυπάμαι…

Σεζdead_cntrόν τρίτη και έχω ένα βάρος. Το ίδιο βάρος. Λάθος..μεγαλύτερο. Τοκισμένο. Όλο λεω οτι θα φύγει. Λάθος παρακαλώ να φύγει. Εύχομαι. Ελπίζω. Μα τίποτα.

Στο αμάξι για ψώνια. Στο σούπερ μάρκετ για τα απαραίτητα. Στρίμωγμα στο πορτοφόλι. Μικρές απολαύσεις πλέον μετρημένες και αν. Μέτρημα…τόσα όσα. Αρκεί. Το καλάθι του όλοι μαζί μπορούμε πτωχαίνει. Το βλέπεις και στάζεις. Λίγο από αυτο  μπορώ. Ως εδώ. Αλλά και πάλι δεν είναι το τίποτα. Φιου. Και αναστενάζεις.

Στο γκαράζ για να φύγω. Γρρρρ το καρότσι στο πάτωμα. Στραβός γιαλός..χαλασμένες ρόδες. Και εκεί ένας μπόμπιρας..κρατά κάτι σκουπίδια. Μαυρισμένος..ρυτιδιασμένος. Μα πώς γίνεται. Τόσο μικρός και έχει ρυτίδες. Πλάκα κάνουν τα μάτια μου τα 4. Μα έχει ρυτίδες. Τον γεράσαμε και δαύτον. Τον πήρε το κύμα. Τον έβαλε ο πατέρας του και η μάνα του. Θυμίζει κάτι παλιές εποχές. Κάτι ταινίες σε υπανάπτυκτες χώρες.

Με πλησιάζει δειλά. Τον κοιτάζω πλάγια όσο φορτώνω το αμάξι.

-Καλώς τον. Πες το!
– Να σε βοηθήσω;  μου λέει

Τον κοιτάζω ..είναι τόσο εξυπνος..τα μάτια αστράφτουν..και τόσο όμορφος. θα μπορούσε να ταν δικό μου. Να έπινε από το γάλα το δικό μου σαν τη τσούπρα μου…να μεγάλωνε στα δικά μου χέρια να με έλεγε μαμά.

– Κοίτα να δεις τι θα κάνουμε…του λέω…θα το αδειάσω και εσύ θα το πας πίσω και θα πάρεις το κέρμα. Το ξέρεις πώς να το πάρεις; (αφελής ερώτηση. αυτή είναι πλέον η δουλειά του… αλλά θέλω να τον κάνω να αισθανθεί ικανός..γιατί  ΕΙΝΑΙ!)
Γνέφει με ένα απαλό κατέβασμα του κεφαλιού

– Πώς σε λένε;…δεν απαντά…Δεν έχεις όνομα;  κουνάει αρνητικά το κεφάλι..
Α….δεν έχεις του λέω…και πώς σε φωνάζουν; είσαι ο κανένας; Και αν θέλω να σε φωνάξω εγώ τι θα σου πω..Εεεεεεεεεεεεεεε!

Γελάει. Αλλά όνομα δε λέει…απλά απλώνει τα χεράκια του και μου σηκώνει σακούλες να με βοηθήσει. Πληγώνομαι. Πονάω. Του λέω να σταματήσει. Τον κοιτάζω στα μάτια και του λέω οτι είναι καλό παιδί..και αρπάζω μια μικρή απόλαυση του ΣΚ και του τη δίνω. Αστράφτει. Χαλάλι..τι με νοιάζουν εμένα λίγες θερμίδες λιγότερες; Για κείνο μπορεί να ναι και οι μόνες..

Είναι καλό παιδί. Παίρνει το καρότσι και λέει Ευχαριστώ. Και το μόνο που του ζητάω είναι να προσέχει…Ναι να προσέχει..Ο κόσμος αυτός είναι σκληρός. Αδίστακτος. Ψεύτικος και απάνθρωπος.

Ξανασκέφτομαι. Ναι δεν έχει όνομα. Δίκιο έχει. Έχει τόσα ονόματα διαφορετικά. Και νατος ο τόκος. Αυξανεται το βάρος συνεχώς. Καμία βελτίωση. Σεζόν τρίτη και ακόμα ραγίζει η καρδιά. Και το ξέρω οτι δεν είναι οι ορμόνες. Πάνε αυτές. Μας τελειώσανε.  Είναι εκείνο το μουτράκι που ρυτίδιασε πρόωρα. Στο σπίτι περιμένουν σακούλες για το κοινωνικό παντοπωλείο της γειτονιάς. Να τις πάω..όλο το καθυστερώ..σκέφτομαι. Και ύστερα βουρκώνω. Εσύ το ξέρεις το δικό σου; Πήγες ποτέ; Θα πάμε ποτέ μαζί; Και τι..αυτό αρκεί; Αυτός ο διάολος δε θα αλλάξει ποτέ; Τόκος στον τόκο;

Κι ύστερα μου λες να ασχοληθώ με τη χρυσή αυγή. Αρκετά..ασχολούνται οι υπόλοιποι για να κρατάνε τους ίδιους καραγκιόζηδες στην αρένα…Στημένα όλα. Και σάπια.  Αυτός ο μικρός ήταν μια γλύκα. Και μου πε και ευχαριστώ. Αντε βρες άλλους να το λένε.

Λυπάμαι.

Advertisements