Κος Ντάνης

daysμε ένα γεράκο στην τιβί που κρατά ένα τριαντάφυλλο να δώσει σε έναν παλιό του έρωτα ο νους μου γυρίζει χρόνια πίσω. Αν τα μετρήσω τελικά πλέον είναι πολλά.  Και όμως η φοιτητική ζωή εκεί στην παγουρία είναι τόσο ζωντανή σα να ταν χτες που τριγυρνούσα στα άναρχα σοκάκια…

το σπίτι παλιό …με εκείνα τα αηδιαστικά κατσαριδάκια να το πολιορκούν…κλασσικοί κουτσομπόληδες γείτονες που ευτυχώς δεν είχαν τα τηλέφωνα των γονιών μου…το νούμερο 8 είχε πολλές επισκέψεις στο δεύτερο όροφο…πολλά πάρτυ πολλά γέλια..πολλά ξενύχτια..έρωτες και παιχνίδια..και μουσική δυνατά..και μαγειρικές της πλάκας…και εκείνη τη χορταστική σούπα σαν χιόνιζε και τη ζεστή σοκολάτα με ταμπού και παντομίμα. Σα να χουνε βγει από βιβλίο και όμως τοσο ζωντανά και αληθινά..

το νούμερο 8 είχε λίγο από όλα..τις φοιτήτριες..τους γείτονες που δεν κερνάγανε ποτέ και τίποτα…τους γλυκούς γείτονες που λέγανε την καλημέρα τους…την αιώνια φοιτήτρια του υπογείου.. μα από όλες τις πόρτες ήταν μια πόρτα που δεν πέρασα ποτέ αλλά αγαπούσα. Δεν ξέρω τι με έκανε αμέσως να συμπαθήσω αυτή την πόρτα. Είναι που τα παππούδια και οι γιαγιάδες με τρελαίνουν…δεν ξέρω. Εχουνε χαραγμένη πάνω τους τη σοφία του κόσμου …δεν ασχολούνται πια με όσα απασχολούν εμένα ίσως.. Και κάθε ένας που γερνά βγάζει πάνω του το χαρακτήρα του.  Εκείνα λοιπόν τα παππούδια τα γελαστά..σε κάνουν να φαντάζεσαι τη ζωή τους..νιώθεις τη ζεστασιά της καρδιάς τους..και τα βλέπεις τώρα με τα μαλακά τους τα χεράκια και τα αγαπάς…

Εκει λοιπόν τριγυρνούσε ο κύριος Ντάνης. Δεν ξέρω αν είναι καλά πλέον. Αν ζει ή όχι. Είναι πολλά τα χρόνια από τότε. Μα θα θελα να είναι ακόμα εκείνος που θυμάμαι. Ψηλός γεροδεμένος..χιονισμένος στο κεφάλι και με μάτια γαλανά αθώα και τρυφερά. Τον γνώρισα κάποια Κυριακή. Γύρναγε καλοντυμένος με κουστούμι και καπέλο..και μοσχοβόλαγε..απο την εκκλησία. Στα χέρια του κρατούσε λουλούδια. Ετσι τον γνώρισα. Τα πήγαινε στην γυναίκα του. Τον φαντάστηκα να της πηγαίνει τα πρώτα λουλούδια…λιγότερο χιονισμένος..το ίδιο ερωτευμένος..ή μάλλον ίσως λιγότερο….Ήθελα να του πω οτι δεν άλλαξε καθόλου από τότε αλλά θα με έβγαζε τρελή το λιγότερο… Κάθε Κυριακή έφερνε καινούρια λουλούδια…κάθε Κυριακή ντυνόταν με τα σιδερωμένα απο τα χεράκια της πουκάμισα…καθαρός..όμορφος..γυαλιστερός..

Έτσι γυαλιστερός μ’ αρέσει να ναι ο έρωτας. Έτσι του αξίζει. Τίποτα λιγοτερο. Και δε θέλει και πολλά. Λίγα λουλούδια μετά τη κυριακάτικη λειτουργία. Ενα χαμόγελο. Τόσο απλά. Για να κρατά γερά. Τον βάστηξαν 4 χέρια και τον νταχτάρισαν μέσα από εμπόδια..και έγινε ο έρωτας ολόκληρος άντρας…ρυτίδιασε μαζί τους..αλλά δε χάλασε..έγινε πιο σοφός..

έναν Μάη τους είδα και μαζί. Εκείνη τη φορά..φέρανε μαζί τα λουλούδια τους..σε ένα αυτοσχέδιο στεφάνι. Κατέβηκαν απο ένα αυτοκίνητο με ανθρωπάκια που τους χαιρετάγανε χορτασμένα και με κάποιες άλλες φυσιογνωμίες που τους μοιάζανε…

κοίταζα μαγεμένη….φτάσαν στα σκαλιά και με χαιρέτησαν..σαν πιτσουνάκια ερωτευμένα και σαν γεμάτοι..γονείς..και παππούδες..και τότε ο γοητευτικός κύριος Ντάνης..με πλησίασε και μου πε όλο γλύκα

– εμείς πήγαμε βόλτα με το αυτοκίνητο…

Και τότε τον ερωτεύτηκα. Ναι έτσι απλά. Και είπα πως αν θέλω κάτι στη ζωή μου είναι να το πω κι εγώ αυτό το φρασάκι με τέτοια φινέτσα..τέτοιο κορεσμό…τέτοια καλοσύνη. Οπου κι αν είσαι γλυκέ μου παππού…σου στέλνω ένα τεράστιο φιλί…έτσι γιατί σε θυμήθηκα…

 

Advertisements