Ο φιλαράκος

Ο Διαμαντής με τα μάτια τα γυαλιστερά τα θαλασσινά, κάνει τα οχτάρια του στο μικρό λιμανάκι.

-«Μαμά, μαμάααα» φωνάζουν τα πιτσιρίκια από μακριά δείχνοντάς τον με τα ακτινοδάχτυλά τους προσπαθώντας να ακολουθήσουν το ρυθμό των ποδιών του, «ο τρελο-Διαμαντής. Τι πλάκα που έχει!»

Οι μανάδες κουνάνε τα κεφάλια τους μίζερα και συνεχίζουν να πίνουν τον καφέ τους και να αργοσχολούν με τις άλλες φιλενάδες τους. Πού καιρός για να χωρέσει ένας άνθρωπος ακόμα στο μυαλό τους. Τρελός είναι λέγανε, τυχερός, δεν καταλαβαίνει τι γίνεται στη χώρα μας…

Από πίσω του ένας σκύλος ερχότανε πάντα πιστός και αγαπησιάρης. Κατέβαζε το κεφάλι του κάτω και ακολουθούσε τη μυρωδιά του χνώτου του αφεντικού του. Όπου και να ήταν τον έβρισκε, ό,τι και να έκανε ήταν εκεί.

-«Τι θες μωρέ παλιόσκυλο και εσύ… φεύγα μας κυνηγάνε θα μας πιάσουν» του φώναζε ο Διαμαντής κι εκείνο κολλημένο απάνω του σε κάθε κίνηση να τον διώξει. Έβαζε θαρρείς όλη του τη δύναμη για να μείνει ακίνητο, τέτοια αγάπη του ’χε, όση δεν πήρε από πουθενά.

Πάνε μέρες που ο Διαμαντής γυρνά τους δρόμους πάντα μεθυσμένος. Όπου και να πάει του δίνουνε να πιει.

«Πιες μωρέ Διαμαντή να ξεδώσεις» ή «Έλα πιες αυτό το ποτήρι και άδειασέ μου τη γωνιά έχω και δουλειές» ή «έλα να τον μεθύσουμε τον τρελο Διαμαντή να γελάσουμε». Κάνανε ηχώ οι φράσεις κάθε μέρα κι εκείνος με το βλέμμα του τρομαγμένο κατέβαζε το ένα κρασί μετά το άλλο… και παραμιλούσε…

Τον κοίταζε ο φίλος του, θα νόμιζε κανείς πως ήθελε να του πει να σταματήσει να πίνει, να μην τους ακούει, είχε ένα βλέμμα ετούτο το σκυλί που σε αγκάλιαζε από μακριά. Κλαψούριζε για να φύγουνε κάθε φορά που τον κοροϊδεύανε και τον βάζανε να χορέψει στο δρόμο ή να κρατήσει μεθυσμένος κανάτες γεμάτες κρασί στο κεφάλι του μα ο Διαμαντής χανότανε μες στο κρασί και ευχαριστούσε πάντα το εγωιστικό
κοινό του…

Ετούτη τη μέρα ο Διαμαντής δε σταματά πουθενά, κοντοστέκεται μόνο για να πιει ένα ποτήρι και φεύγει. Είναι να απορεί κανείς πώς στέκεται όρθιος μισή μερίδα άνθρωπος με μόνο το αλκοόλ στο αίμα του. Ο φίλος του γαβγίζει συνεχώς όπως γαβγίζουν τα σκυλιά λίγο πριν το σεισμό, σα να ζητά βοήθεια για το αφεντικό του αλλά κανείς δε δίνει σημασία. Το λιμάνι έχει τον τρελό του, τη γραφική του φιγούρα σαν τον Πέτρο τον πελεκάν. Φιγουράρει το όνομά του ακόμα και στις στήλες της τοπικής εφημερίδας από δαιμόνιους ρεπόρτερ που λατρεύουν να γεμίζουν τις φυλλάδες.

Λίγα βήματα μπροστά, λίγα πλαϊνά, λίγα πίσω… παραπατά, πέφτει καμιά φορά και σηκώνεται πάλι…
«Φύγε μωρέ παλιόσκυλο μου μπερδεύεις τα βήματα και πέφτω» τον κλωτσά και το σκυλί κρατά μεγαλύτερη απόσταση και συνεχίζει να τον ακολουθεί.

Φτάνουν στην άκρη του λιμανιού κάνοντας παρέα στο φάρο. Σουρούπωσε και κοκκίνισαν τα κύματα της άγριας χειμωνιάτικης θάλασσας από το φως του. Ο Διαμαντής χαζεύει το φως πάνω τους, σαν χάδι ερωτικό πάνω σε ατίθασο κορμί. Κανείς δε βλέπει τα δάκρυα στα μάτια του παρά μόνο ο φίλος του. Βραδιάζει και στέκει εκεί παρά το κρύο, συνεχίζει να κοιτά τη θάλασσα με μάτια υγρά…

Μόνο ένας μικρός θόρυβος ακούστηκε, όπως σκάει το κύμα στα βράχια… κι ύστερα σιωπή. Το λιμάνι γέμισε από κλάματα σκυλίσια και κοκκίνισε ακόμα πιο πολύ ο φάρος σα να ντρεπόταν.

Στο λιμάνι την επόμενη μέρα ο κόσμος τρέχει στις δουλειές, τα καφενεία γέμισαν, τα παιδιά παίζουν από εδώ κι από εκεί. Ο μανάβης φωνάζει με το αυτοκίνητό του, οι κυράδες τον ακολουθούν με τα εμπριμέ τους φορέματα στα στρουμπουλά τους κορμιά. Κανείς δεν πενθεί, κανείς δεν κλαίει, κανείς δεν ψάχνει τον τρελό του χωριού.

Εκεί στην άκρη του λιμανιού, παρέα με τον λυπημένο φάρο, ένας σκύλος γρυλίζει ακίνητος κοιτάζοντας τη θάλασσα. Η ουρά του δεν κουνιέται, το σώμα του τρέμει και τα μάτια, αχ αυτά τα μάτια, μοιάζουν μ’ εκείνα τα γυαλιστερά τα θαλασσινά και κλαίνε χωρίς δάκρυα. Αντίο φωνάζουν, θα μου λείπεις μια ζωή, χαϊδεύει πιστά με το γρύλισμά του ετούτον το θαλασσινό τάφο…

Advertisements