κανείς

mrthnsΆναψε το τσιγάρο του και κοίταξε με τα ρυτυδιασμένα μάτια του τη γνώριμη θαλασσα.  Το άτιμο το αεράκι κοίτα που του ριξε εκείνες τις αόρατες πευκοβελόνες πάνω στα μάτια και πόνεσαν τα βλέφαρα και στάξανε αναμνήσεις…

Πάνε χρόνια που στην άμμο αυτή είχε γράψει ένα λευκό σ’αγαπώ και είχε σημαδέψει το κομμάτι που του ανήκει με μια κόκκινη σημαία. Χόρευε σαν τον Ινδιάνο γύρω γύρω από τα γραμμένα για να φέρει τη βροχή της αγάπης να φυτρώσει εδωνά  εκείνος ο ατελείωτος έρωτας…

Τον πιάνει ένα γέλιο γέρικο και νευρικό και η μασέλα ξεχωρίζει από μακριά μπερδεμένη με κάτι μισφαγωμένους φρονιμήτες κατακίτρινους. Ένας μπόμπιρας τον χαζεύει από χαμηλά σε κάθε του κίνηση. Συναντιούνται οι ματιές τους και εκείνος γονατίζει χάμω φέρνοντας τα μάτια του στην ίδια ευθεία με του μικρού.

«Θα απορείς μικρέ μου με τον τρελό τον παππού ε; Παράξενος θα λες οτι είμαι… μα να θυμάσαι πως πιο παράξενη είναι ετούτη η θηλυκιά η ζωή…Να θυμάσαι πως όποτε θέλει βάζει τα κόκκινά της και σε τρελαίνει..άλλες πενθεί με εκείνο το μαύρο το λάγνο το φόρεμα και απορείς αν έχασε ή αν γιορτάζει κάποια αόρατη νίκη…κι άλλες φορά εκείνο το εμπριμέ της το φουστανάκι το κοντό και σου βάζει τα κοτσίδια και σου διώχνει για λίγο τη βραχνάδα και τρέχεις ξοπίσω της με κοντά παντελονάκια…» του πε και χαχάνισε με την εικόνα..

Ο μικρός σταμάτησε να τον κοιτά. Δεν κατάλαβε και πολλά και συνέχισε να παίζει την μπάλα του λίγο πιο πέρα..

Τριγύρισε το βλέμμα του στη θάλασσα ήρεμο και νοσταλγικό. Εκεί στο ταβερνάκι απέναντι ο ίδιος μάγειρας αναλλοίωτος στο χρόνο αρυτίδωτος.  «Μα πώς διάολε τα καταφέρνει…ατσαλάκωτος..»  σκέφτηκε και έπιασε τα γένεια του μηχανικά. Λίγο πιο πέρα ένα ζευγαράκι ολοκαίνουριο του κουτιού τσακώνεται για το ποιος θα ταίσει ποιον… «Κοίτα τα πιτσούνια που δεν ξέρουνε οτι από πίσω καραδοκά ο κυνηγός με το τουφέκι…»

Όλος ο κόσμος ξαφνικά γύρω του είχε μια ιστορία στο μέλλον που την έβλεπε. Μόνο μια γυναίκα εκεί πιο πέρα γυρτή στο τραπέζι από την καμπούρα, με τα μάυρα και το σταυρό κρεμασμένο τον έβαλε σε σκέψεις. Κοιτούσε γαλήνια τη θάλασσα μα εκείνος στοιχημάτιζε οτι δάκρυζε και πονούσε. Τότε το ταβερνάκι έπαιξε τη Μπουρνοβαλιά και εκείνη..πέταξε τη μαύρη της εσάρπα τη ριχτή και φανέρωσε εκείνο το εμπριμέ το φόρεμα το ωραίο και άρχισε να χορεύει γελώντας. Γύρισε απότομα προς τα εκείνον και του έκλεισε το μάτι…και με μια δυνατή φωνή του πε:

«…τα μελλούμενα δεν τα ξέρει κανείς βρε κουτέ!»… και το γέλιο της αντήχησε σε ολόκληρη τη θάλασσα…

Advertisements