Τα κενά….

cldrΔε μου αρέσουν οι κηδείες. Κάτι μας είπες τώρα θα μου πεις κι εσύ φιλαράκι. σε ποιον αρέσουν; Η αλήθεια είναι ότι δεν έχω πάει σε πολλές κι αυτό με βάζει στην κατηγορία των τυχερών. Και άτυχων από την άλλη γιατί όσο θα περνά ο καιρός τα μαντάτα θα πληθαίνουν. Έτσι πάει.

Κάποτε Του πα ότι δε θα ξαναμπώ σε εκκλησία. Κι έριξα καντήλια. Και το ξέρει. Δε μπορούσα να το χωνέψω ότι ένας μικρός Αντρέας ανέβαινε στον Παράδεισο τόσο νωρίς με εκείνο το ποδηλατάκι του που δεν πήρε καλά τη στροφή σε εκείνη τη γέφυρα. Ακόμα ακούω το χαχανητό του και τα τραγούδια που λέγαμε και γελάγαμε. Μου ξέμεινε και ο Παναθηναϊκός για εκείνον. Κάτι να θυμάμαι. Κι ας με συγχωρεί εκεί πάνω που πλέον δεν ξέρω ούτε παίκτη. Είμαι γιατί ήταν. Γιατί μου μάθαινε τον ύμνο..και κάτι άλλα αστεία. Και καθόμασταν στο μαγνητοφωνάκι και τα γράφαμε. Τώρα θα χε παιδιά; Θα τον είχα δει σε μια εκκλησία με κουστούμι γαμπριάτικο; Και εκείνος ο πατέρας δε θα γινόταν γραφικός από τις τσικουδιές που κατεβάζει την ημέρα για να αντέχει τον ήλιο και τον πειράζουνε οι ανήξεροι; Του’χα θυμώσει που λες πολύ… μα να έγινε εκείνο το σκηνικό που ξέρουμε μόνο οι 2 μας και τα βρήκαμε.  Κάποιο Μάη όμως σου λέω κόντεψα να ξανατσακωθούμε πάλι πολύ άσχημα. Δεν ξέρω πόσο Τυχερός στάθηκε που δεν ξαναρχίσαμε τα ίδια…αν κρίνεις από τον πόνο που ήρθε εντελώς ξαφνικός…
Ναι δε μου αρέσουν οι κηδείες. Στην πρώτη που βρέθηκα ήμουν μικράκι. Κρατούσαμε στεφάνια εγώ και κάτι άλλα ξαδέρφια. Βλέπεις είχαμε VIP θέση. Αποχαιρετούσα τη γιαγιά μου. Τη μόνη που γνώρισα. Εκείνη δε με γνώριζε. Αλλά δεν πειράζει. Καμιά φορά μου ακουμπούσε τυχαία το χέρι και ακόμα το νιώθω μαλακό και σταφιδιασμένο. Πόσες ιστορίες φτιάξανε τη μορφή της που δεν είχα. Την έβλεπα να κάνει τη γιατρό του χωριού και να σώζει τα ζώα, να φιλεύει όλο το χωριό μεγάλη μαγείρισσα και να κρατά μια πολύτεκνη οικογένεια δεμένη. Μα ήρθε εκείνη η άνοια και μου έκλεψε τα παραμύθια και τις ιστορίες της πριν καν τα ακούσω. Κρατώντας λοιπόν εκείνο το στεφάνι με τα ονόματά μας προσπαθώντας να κρατήσω τον ρυθμό των υπολοίπων με έπιασε ένα γέλιο τι να σου λέω. Ακόμα ευχαριστώ το Θεό που δε με κοίταζε ο πατέρας μου τότε. Γέλιο σου λέω. Ασταμάτητο. Τόσο μικρή που δεν ήξερα ότι αυτό το γέλιο έχει ονομασία και λόγο. Απλά ντρεπόμουν. Η γιαγιά μου ταξίδευε εκεί πάνω και εγώ είχα ξεκαρδιστεί. Κατακόκκινη η εγγονή της..από ντροπή…
όχι σου λέω δε μου αρέσουν οι κηδείες. Χαιρέτησα στον ουρανό 5 μπαμπάδες φίλων. Και σε όλες έβραζε μια αδικία μέσα μου. Κι ένα κομμάτι πόνου γεννημένο από την αγάπη που ‘χω δώσει σε τούτα τα φιλαράκια. 5….τώρα που το σκέφτομαι είναι μεγάλο νούμερο για φίλους. Και κάτι αρρώστιες…άλλες πασίγνωστες άλλες άγνωστες. Γαμώτο..
Και μισώ εκείνους τους λιμοκοντόρους με το theatrical style και τα παπιόν που πάνε γυαλιστεροί και θλιμμένοι και καναλαρχούν στο τι πρέπει να κάνεις και πότε. Τώρα σταυρός..τώρα φιλί..τώρα λουλούδι…τώρα καφές.
Ναι και τον καφέ μισώ. Εγώ που τον υπεραγαπάω.  Μα να…πάνε λίγα χρόνια πίσω..που έκανα τον έναν μετά τον άλλον για 4 αδέρφια. Αίμα μου. Και σε όλα σέρβιρα, έβαζα παξιμάδια και τυρί στο πιάτο και έπνιγα τη νοσταλγία και τις αναμνήσεις σε μια απίστευτη σιωπή. Όταν έχασα την πρώτη θεία από την οικογένεια πάγωσα. Ανάποδος άνθρωπος όπως πάντα δεν έβγαλα δάκρυ. Ένα χρόνο μετά στο μνημόσυνο της, όταν όλοι είχανε συνειδητοποιήσει και χωνέψει την απώλεια, εκεί μέσα στο πλήθος χωρίς να το καλοσκεφτώ…ένιωσα να καίει το πρόσωπό μου από τα δάκρυα. Ασταμάτητο κλάμα. Τοκισμένο χρόνου. Τα φυλλοκάρδια μου χαράζανε το μου λείπεις τελικά πάρα πολύ και ο,τι είχα παλέψει να μπουκώσω ένα χρόνο έπεφτε σαν ένα χάρτινο άχαρο κάστρο… Ποιο κάστρο…νικά τη θλίψη…ποιο όπλο οχυρώνει το δάκρυ;
Δε μου αρέσουν οι κηδείες σου λέω. Όταν έφτασε και ο 4ος αδερφός, εκείνος που λόγιζα για παππού μου ξεκόρμισε εκείνο το μικράκι που τριβόταν στην αγκαλιά του και χτυπιόταν σα χταπόδι πάνω στην ψυχή. Πόση αγάπη του είχα… Τότε τα μίσησα όλα τούτα που είναι σχεδιασμένα να’ρθουν. Τα μελλούμενα. Ανάθεμα είπα. Πώς αναπληρώνεται ετούτο το κενό. Και έμαθα τελικά ότι στη ζωή προχωράς με κενά τελικά. Κι ίσως να σαι και τυχερός που τα απέκτησες. Τούτο θα σημαίνει πως αγάπησες με την καρδιά σου. Μονάχα εκείνη τρυπά σα νιώθει. Κι έχω που λες ετούτες τις τρύπες που κάναν την καρδιά μου φοβητσιάρα στο Χάρο. Να μη μου πάρει κι άλλους. Που ξέρω ότι είναι μια μάχη που δε νικάω κι ας έχω το όνομα….
Δε μου αρέσουν οι κηδείες φιλαράκι. Σαν έφυγε ο δεύτερος βαφτισμένος παππούς μου το κοντέρ χτύπησε κόκκινο. Βάλε τις ορμόνες της περιόδου να’ σου ο Ιορδάνης.
Και να σου πάλι η αφεντιά μου με ένα λευκό λουλούδι στο χέρι. Και κάτι αναμνήσεις εκεί στη Βίτσα να ζωγραφίζουν ένα γλυκό χαμόγελο. Κάτι ζεστές αγκαλιές, ένα γνήσιο χαμόγελο και πολλή αγάπη. Και κάτι καλωσορίσματα βρε φιλαράκι που μυρίζανε αγάπη από χιλιόμετρο…Και να σου μια νέα τρύπα. Δεν είναι τεράστια. Μα ούτε και μικρή. Είναι και ετούτος ο καρκίνος που με διαολίζει. Πα και τρυπώνει σε κάτι σώματα… άγια γαμώτο. Και τους ρουφάει το υπόλοιπο με πόνο. Κρίμα ρε γαμώτο κρίμα…Δεν τους αξίζει…
Στη μέρα αυτή θα σηκώσω και πάλι το κεφάλι στον ουρανό. Θα στείλω το γεια μου. Θα ονοματίσω και πάλι κάποιο από τα αστέρια με το δικό της. Και θα λέμε καληνύχτα με τη μικρή μου και σε ετούτο. Άλλος ένας φύλακας άγγελος στο παρεάκι.
Ας είναι δα.. καλοτάξιδη…


                                   

Advertisements