Αρκεί η καρδιά…

Easter2015Με τις μωβ κορδέλες στα μαλλιά, το λευκό πουκάμισο και τη πλισέ τη φούστα, με θυμάμαι να κάθομαι δίπλα από τον λουλουδάτο Επιτάφιο της γειτονιάς. Μυροφόρα.  Θυμάμαι εκείνους που ερχόντουσαν με πίστη, εκείνους που ερχόντουσαν με ένα κλάμα και εκείνους που βάζαν τα καλά τους γιατί πρέπει. Έχοντας VIP θέση μπορούσα και τους έβλεπα όλους. Στα μάτια, στο σώμα τους. Μπορούσες να δεις εύκολα τη δύναμη του καθενός και την αδυναμία. Ψυχές. Ψυχές που προσκυνούσαν ζητώντας το ακατόρθωτο, γιαγιάδες που σκύβαν με τα αδύναμα κόκκαλά τους για να περάσουν από κάτω. Τις βάσταγα και ένιωθα το κόκκαλο να διαλύεται και εκείνες όμως κάναν το σταυρό τους δυνατά και βγάζαν αναστεναγμούς. Μάνες με τα παιδιά τυλιγμένα, ζητάγανε βοήθεια. Περνάγανε και μερικοί και κλαίγανε στη θέα του Επιταφίου. Κάποιοι φωνάζαν στον πατέρα και στη μάνα τους και στέλναν τις ευχές στον όποιον Άδη…

Δεν ήθελα να ξεκουράζομαι αν και οι συναντήσεις με τους υπόλοιπους της παρέας στο υπόγειο της εκκλησίας με τη μάυρη σοκολάτα και τους ξηρούς καρπούς που μας κερνάγαν και τα παιδικά χάχανα προκαλούσαν. Θυμάμαι να γυρίζω σπίτι με πονεμένα πόδια από την ορθοστασία. Να βγάζω τη στολή μου. Εγώ που μισούσα τις φούστες, τότε τη φόραγα με χαρά. Εκτελούσα ένα καθήκον. Έτσι το έβλεπα. Χωρίς ντροπή. Χωρίς ερωτηματικά. Χωρίς πίεση. Απλά το είχα διαλέξει. Ομόρφαινε και η ψυχή με τα πανέμορφα εγκώμια. Γλύκαινε το αυτί. Κι ας είχαν πόνο μέσα τους. Είχα μάθει να τα λέω.

Τώρα, χρόνια μετά, αρκετά απομακρυσμένη από όλα αυτά, μάνα με ένα παιδί στην αγκαλιά, πλησίασα εκείνα τα προσκοπάκια που καθόντουσαν δίπλα. Δε βρήκα καμιά κοπέλα ντυμένη στα μωβ. Μόνο ξύλα. Γελάω. Και εμείς είχαμε προσκόπους. Με τα ξύλα τους. Προστάτες μας! Γιατι ήταν πάντα και εκείνη η ουρά με τους αγανακτισμένους ανθρώπους που είχανε ξεχάσει τι είχανε έρθει να προσκυνήσουν. Θυμάμαι οτι με είχανε χτυπήσει άσχημα στα χέρια επειδή κάναμε αλυσίδα λίγο πριν την περιφορά και αφήναμε λίγους λίγους να προσκυνήσουν. Κοπέλα μου άσε με να περάσω, φώναζε δυνατά μέσα στην εκκλησία και έβριζε μία γυναίκα. Τόσα χρόνια μετά και θυμάμαι να σηκώνει ψηλά τα χέρια και με δύναμη να χτυπά το ενωμένο μου χέρι με τη διπλανή μυροφόρα για να σπάσει την αλυσίδα…

Πλησιάζω με τη μικρή και για κάποιο λόγο η καρδιά μου μουδιάζει. η μικρή μου φοβάται. Ίσως να ακούει τους χτύπους μου και να μη μπορεί να τους μεταφράσει. Της φάνηκαν όλα ξένα και διαφορετικά. Οι καμπάνες ηχούν παράξενα. Όχι όπως της αρέσουν. Πλησιάζουμε και φιλάω με τη μικρή γραπωμένη πάνω μου. Δεν την αναγκάζω να κάνει κάτι. Μόνη της θα φιλήσει. Μόνη της θα προσκυνήσει. Οταν εκείνη το θελήσει. Δε θέλω ποτέ να αναγκαστεί, να μη γίνει σαν εκείνους που με χτύπαγαν για να φιλήσουν…να φύγουν. Όχι.  Η πίστη θέλει ελευθερία.

Η αγάπη επίσης. Κανείς δεν πρέπει να πιέσει κανέναν. Ούτε με τίτλους ούτε με τίποτα. Αγαπάμε γιατί θέλουμε. Τίποτε άλλο…Αλλιώς θα γίνουμε μοντέρνοι Φαρισαίοι του δήθεν..

Στη μέρα αυτή που κρύβει πόνο, έρχεται ο Αρχάγγελος της Κρήτης και τραγουδά τους πόνους της Παναγιάς και με συγκινεί βαθειά. Ταράζει το είναι μου.  Σα να καρφώνει τους ήχους σε ένα δικό μου σταυρό. Εσωτερικό. Εκείνον που λαχταρά μιαν Ανάσταση διαφορετική. Δε μπορώ να σου την περιγράψω μα την έχω ανάγκη. Μια κάθαρση. Μια μηδενική μορφή της ύπαρξής μου. Μια γέννα ίσως.

οι μέρες αυτές δεν είναι διαφορετικές. Το Πάσχα μιλά για αγάπη, για το Θεό της αγάπης, μα χάνουμε το νόημα. Η αγάπη δεν έχει μέρα. Ούτε γιορτή. Εχει καθημερινότητα. Αγαπάς. Γιατί υπάρχεις. Γιατί δε μπορείς να κάνεις αλλιώς. Οχι γιατί πρέπει. Το πρέπει φέρνει καταπίεση. Η καταπίεση φέρνει οργή. Η οργή φέρνει σταυρούς. Και αλίμονο…σε ποιαν Ανάσταση να ελπίζουμε μετά;

Καλή Ανάσταση σε σένα που διαβάζεις μαζί μου. Σε σένα που ξέρω και σε σένα που δεν έχω γνωρίσει. Ας αγαπιόμαστε. Με το χέρι στην καρδιά. Με τα μάτια στα μάτια του άλλου. Κι αν δε γνωριστούμε ποτέ δεν έχει σημασία.

Αρκεί ο κοινός σκοπός. Αρκεί ο κοινός νους. Αρκεί η καρδιά. Ναι αυτή αρκεί. Η καρδιά..

Advertisements