Dictée

sound_of_musicΠάνε πολλά χρόνια που ο πατέρας μου, θέλοντας να με βοηθήσει να μάθω περισσότερα σε τούτο το ανεμοφτέρισμα της ζωής, μάζεψε ο,τι δίφραγκα είχε και με έγραψε σε ένα ωδείο. Να μάθω λέει μουσική. Επιλογές δεν είχα σε μουσικό όργανο. Ο συνάδελφός του, είχε ένα ακκορντεόν να του χαρίσει. Αυτό θα μάθαινα λοιπόν. Πέρναγε ο καιρός και το προξενιό δεν ήταν και τόσο καλό. Με ενοχλούσε πάνω στα πόδια μου, ήθελα να βλέπω τι διάολο πατάει το αριστερό μου χέρι και όχι να ψάχνω βαθουλώματα και ρίγες. Πήγαμε μαζί τρία χρόνια. Τόσο άντεξε η σχέση μας. Μα το ωδείο είχε ήδη γίνει σπίτι μου. Και οι δάσκαλοι και τα παιδιά παρέα. Χορωδία, Αρμονία, Θεωρία, Μουσικά δωμάτια, Βυζαντινή μουσική, Ορθοφωνία όλο εκεί με έβρισκες. Και όταν δε με έβρισκες σε καμιά από τούτες τις δραστηριότητες, θα άκουγες από μακριά  ένα άπειρο χέρι να δέρνει ελαφρώς ένα young chang με απόλυτο όμως πάθος. Άνοιγε την πόρτα ο κυρ Αργύρης λιγο πριν το μάθημα και με χάζευε να παλεύω να κάνω κάτι με το αριστερό μου χέρι  να εναρμονιστεί με το δεξί για να μπορέσει να ακολουθήσει. Στο σπίτι μου με θυμάμαι να απλώνω το ακκορντεόν στο στρώμα και να το μεταμορφώνω σε ένα μικροσκοπικό πιάνο με μόνιμο εχθρό μου τη φυσούνα του.  Θα πρέπει να με μισούσε τούτο το ακκορντεόν, είμαι σίγουρη. Ποτέ δεν το δέχτηκα. Κι ας μου άρεσε ο ήχος του. Μα είχα ήδη ερωτευτεί παράφορα. Και όσα τσαλίμια και να μου έκανε, είχα βουτήξει στην απόλυτη απιστία. Ονειρευόμουν ένα πιάνο μεγάλο με ουρά με τα χέρια να κυματίζουν και τα δάχτυλα να χορεύουν πάνω σε άσπρους και μάυρους διαδρόμους.

Θυμάμαι ακόμα τη μέρα που ο δάσκαλος κάλεσε τη μητέρα μου.  Δεν της ταιριάζει το ακκορντεόν, της είπε.  Πιάνο θέλει. Κρυφάκουγα με την καρδιά να χορεύει σούστα. Κάποιος πήρε το λόγο για μένα. Χωρίς να το ζητήσω. Κάποιος διεκδικούσε στο όνομά μου. Ο πατέρας μου τότε, έκανε το ακατόρθωτο. Με τρύπια την τσέπη και δόσεις και δεν ξέρω τι άλλο έκανε, μου αγόρασε ένα πιάνο!!! Ένα δικό μου πιάνο!!! Ξεκίνησα να μαθαίνω σα συνέχεια του κορμιού μου. Αυτό θα πει ευτυχία. Να κάνεις αυτό που ποθείς.

Κοιτάζω πίσω με ευγνωμοσύνη.  Ένας πατέρας που ζορίστηκε για έναν…έρωτα. Ένας δάσκαλος που με έδιωχνε από την ομάδα του για να με κερδίσει μια άλλη. Αυτό θα πει γονιός. Αυτό θα πει δάσκαλος.

Στα χέρια μου κρατώ μωρό ασμίλευτο που τώρα γεννιούνται σιγά σιγά τα θέλω του. Μεγάλη η ευθύνη. Του να διακρίνω τις ικανότητες, το πάθος του και να το οδηγώ προς τα εκεί με δικό μου προσωπικό αγώνα μερικές φορές, με τρύπια την τσέπη. Να του βρω και εκείνους τους Δασκάλους να το οδηγήσουν εκεί που αγαπά. Να μάθει να εξελίσσεται Από και Με αγάπη. Πόσο μεγάλη η ευθύνη αλήθεια. Πόσο τεράστιο το κέρδος από όλο αυτόν τον αγώνα.

Κοιτάζω και εμένα στο τώρα μου. Πόσος καιρός πέρασε…πόσα χρόνια για να βγάλω ετούτη την πένα στο φως. Και ακόμα και τώρα αν με ρωτήσεις, τρεις φορές (και παραπάνω) θα με αρνηθώ πριν λαλήσει ο πετεινός.   Θα με κοροιδέψω. Θα με ειρωνευτώ. Θα με προσγειώσω.  Έμαθα κάποτε να με προσγειώνω απότομα σε οτιδήποτε διέφερε… Σα να απαγορευόταν να είμαι και κάτι άλλο από αυτό που ορίζει ο πεζός μας κόσμος.

Μα ύστερα έρχονται από μακριά λόγια και λέξεις από έναν καινούριο κόσμο που με φιλοξένησε στην καρδιά του και θα μουδιάσω.  Θα αναρωτηθώ πώς χώρεσα στα πανέρμοφα λόγια τους.  Θα τρομάξω με τις λέξεις τους.  Με το λόγο τους. Με μια πίστη που θα έπρεπε να έχω εγώ και κανένας άλλος. Να ξεκινά από εμένα και να τελειώνει σε μένα χωρίς δισταγμούς. Χωρίς ειρωνείες. Με την απόλυτη ειλικρίνεια της δικής μου αλήθειας. Χωρίς να χρειάζεται καμία επιβεβαίωση και καμία έγκριση.

Μήπως τελικά, το μεγαλύτερο μάθημα για τούτο το μικράκι, είμαι εγώ ; λέω κοιτάζοντάς με στον καθρέφτη. Και ηρεμώ για το όμορφο συμπέρασμα. Ανέξοδο το έργο, λοιπόν. Και όμως τόσο κερδοφόρο!  Αυτή είναι η τράπεζα που θα μπορέσω να της μαζέψω τα χρήματα όλου του κόσμου. Μια τράπεζα των θέλω της. Μαθαίνοντάς της από τώρα, πως ετούτη η αποταμίευση θα την κάνει πλούσια και ευτυχισμένη ως τη πιο βαθειά ρίζα της καρδιά της.

Οι αναμνήσεις μιας  μουσικής εποχής μου χτύπησαν την πόρτα.  Συναυλίες, χορωδίες, χαχανητά σαν μας ξέφευγε ένα βήμα από το βυζαντινό πεντάγραμμο και δωστου πάλι από την αρχή…η ρωσίδα δασκάλα μου με το αυστηρό βλέμμα, η αμερικάνα πιανίστρια με το πλατύ χαμόγελο….και το μουσικό δωμάτιο που πετάγαμε ένα σφουγγάρι ο ένας στον άλλον τραγουδώντας…φτιάξανε μια μουσική διαδρομή που ποτίσαν δικοί μου άνθρωποι για να βγούνε σήμερα οι καρποί των θέλω μου.  Για να με ακούω σιγά σιγά από την αρχή. Σα να μαθαίνω τώρα τον ήχο της φωνής, τη μελωδία της καρδιάς, τις νότες που επιθυμούν οι σονάτες της ψυχής,  σε ένα καινούριο dictée…χωρίς κανόνες.

Και έρχεται ο αγαπημένος μου Ελύτης και με της Εφέσου τα λόγια μου δίνει το σύνθημα:

» Στα κρυφά φεύγω, με όλα τα κλοπιμαία στο νου μου, για μιαν απ’ την αρχή ζωή απροσκύνητη.  Χωρίς κεριά χωρίς πολυελαίους…»

Advertisements