Οι ευγενικοί ήρωες…

frvrΟ θείος μου ήταν ένας σπουδαίος αγγειοπλάστης. Των πυθαριών και της καρδιάς. Τα αγγεία της καρδιάς που τον γνωρίζαν, πλάθονταν από ένα μυστικό πηλό που όσο και να σου εξηγώ ποτέ δε θα καταλάβεις πώς τα χάιδευε και πώς ανασήκωνε το κάθε κομμάτι της καρδιάς και του έδινε μορφή. Μπορεί και να τον μυθοποίησα θα μου πεις. Μπορεί πράγματι για μένα να μην ήταν μόνο θείος. Δίκιο. Ήταν ο πρεσβύτερος αδερφός, ο σοφός, ο δικός μου παππούς μιας και ήταν και ο μόνος πλησιέστερος στο κρητικό δέντρο. Ήταν εκείνος που ανέβηκε στην Ηπειρο να πολεμήσει, εκείνος που έζησε κατοχή, εκείνος που στάθηκε βράχος στον μικρό του αδερφό και πατέρα μου. Ήταν ο καθρέφτης που ήθελα να καθρεφτίζεται η ψυχή μου. Η γεύση του καλοκαιριού, της καλοσύνης και της αγάπης. Είχε αγάπη που περίσσευε από παντού και απλώναμε τα χέρια και ξερογλείφαμε σαν παγωτά εμείς τα μπομπιράκια. Το χάδι και η αγκαλιά του δεν περιγράφονται με καμία λέξη. Τα μάτια του ολόκληρη η θάλασσα. Το λιβυκο και το κρητικό πέλαγος μαζί. Με μια μαγκούρα κατηφόριζε τα στενά του χωριού και τον καλησπέριζαν όλοι με αγάπη. Κανείς δεν είπε ποτέ σκληρό λόγο για εκείνο. Όλοι τον περιέγραφαν με στόμα πετιμέζι.

Κάποτε έφυγε. Κάποτε όρισε ο Θεος να τον πάνε ψηλά με τους αγγέλους. Και έφυγε με αγάπη. Εγγόνια του φέρναν στο νοσοκομείο ζεστό γιαούρτι και του τρίβανε τα πόδια να μαλακώσει ο πόνος. Έφυγε με αγάπη που δεν τη χωρά ο νους. Γιατί την κέρδισε χωρίς να την κυνηγά. Γιατί έζησε με αυτή.

Στο σπίτι έμεινε η τελευταία παγωμένη τσικουδιά που είχε φτιάξει. Για εκείνες τις μέρες. Όχι τις σπουδαίες. Για τις μέρες που σμίγουμε εκείνοι που αγαπιούνται. Για το καλωσόρισμα. Για να θυμόμαστε το δικό του καλωσόρισμα. Έσταζε μέλι η ματιά του σαν φτάναμε στο χωριό. Ανοίγανε τα χέρια του διάπλατα, όπως τα ανοίγει η Παναγιά στην εκκλησιά και χαμογελά η μικρή μου.  Και σαν τον χαιρετάγαμε έσταζε η καρδιά στα βουρκωμένα του μάτια.

Ο θείος μου ήταν και είναι ο δικός μου ήρωας. Ο πιο ευγενικός άνθρωπος που γνώρισα ως τώρα στη ζωή μου. Ένας ευγενικός ήρωας. Και με τα λόγια του Γκάτσου θα του πω το πιο δυνατό Σ’αγαπώ που βγαίνει απ΄την καρδιά μου.

Οι ήρωες είναι πάντα ευγενικοί.
Γεννιούνται μ’ ένα χρυσαφένιο χρώμα,
μ’ όνειρα που τους τα φτιάχνει η συννεφιά,
μ’ ελπίδες που φυτρώσαν μέσ’ στο χώμα…

Οι ήρωες δεν έχουν μυστικά.
Δεν ταξιδεύουνε ποτέ σε ξένα μέρη.
Γίνοντ’ αγάλματα ψυχρά, μα εθνικά
κι έχουν για συντροφιά τους ένα περιστέρι…

Οι ήρωες είναι πάντα ευγενικοί.
Κάνουν πως, τάχα, λεπτομέρειες δε θυμούνται…
Κι όταν η νύχτα τούς σκεπάζει με σιωπή,
πετάν’ το θρύλο στα πουλιά κι αποκοιμιούνται…

Advertisements