το όρος αγάπη…

9885656συχνά όταν με τραβά ο νους στην ποίηση αντιλαμβάνομαι οτι υπάρχει ένας βαθύτερος λόγος που βουτάω σε τούτη τη θάλασσα. Απόψε λίγο πριν κλείσω τα μάτια, το χέρι άνοιξε σελίδες από το Νικηφόρο Βρεττάκο. Και μέσα στα τοσα πανέμορφα ποιήματά του, στάθηκα σε ένα τυχαίο. Ηλιακός λύχνος 1984.  Μια βραδινή εξομολόγηση. Ίσως και να μην το είχα διαβάσει ξανά. Αλλά έλα που το έχω ξαναδιαβάσει, είπα ψιθυριστά και χαμογέλασα τρυφερά. Απόψε το αστέρι που χάζευα ήρθε πιο κοντά, το φεγγάρι φάνηκε για λίγο και μετά ξαναχάθηκε. Απόψε η Κρήτη μου ξεμάκρυνε και ένα μικρό χωριό κάπου στη Μάνη με θέα τα σπήλαια του Διρού ήρθε και κρεμάστηκε στο μπαλκόνι μου σα μαγιάτικο στεφάνι. Τι όμορφο που είναι να αγαπάς, είπα μέσα μου και συμφώνησε κι ο Θεός και μου ταίριαξε ένα χαμόγελο στην καρδιά που ονείρεψε τη νύχτα ολόκληρη. Σε αυτή τη ζωή δεν είμαστε μόνοι. Ακόμα και όταν όλα εξαφανίζονται αναβοσβήνουν τα αστέρια σαν φάροι για να τα βλέπουμε αναμετάξυ μας να ξέρουμε οτι τα σήματα sos που εκπέμπουμε γίνονται αντιληπτά στον κόσμο. Και πως η ελπίδα είναι η μοναδική βάρκα στο πέλαγος της μοναξιάς. Και πως η ελπίδα γεννά αγάπη μα και το πιο σημαντικό…πως η Αγάπη γεννά Ελπίδα…Και είναι τόσο όμορφο σε τούτον τον έναστρο ουρανό να ελπίζουμε τόσοι άνθρωποι μαζί…να αγαπιόμαστε…με το πάθος που έχει η ανθρώπινη καρδιά με θεία συγκατάθεση αγγελική…και να φτάνουμε στο όρος της Αγάπης όποιο κι αν είναι αυτό..είτε το λένε Ταΰγετο…είτε Ψηλορείτη…είτε το ίδιο μας το όνομα…και να τρατάρουμε απλή ανόθευτη χωρίς καμιά προσδοκία αγάπη… Το βαλα στην τσέπη της ψυχής ετούτο το ποίημα και προχώρησα πιο πλούσια απόψε και πιο δυνατή…

Κάθισε δίπλα μου, ἀντίκρυ στή δύση.
Ὁ ἥλιος χαμήλωσε κ’ ἔχω
πολλά νά σοῦ εἰπῶ.
Λοιπόν,
ὁ Ταΰγετος δέν ἦταν βουνό.
Δέν σέ ὑποψίασε τό ἀπίθανο ὕψος
καί τό ἀπίθανο φῶς πού τόν κάνουν
νά μοιάζει ὅπως ἕνα, πότε χρυσό
καί πότε γαλάζιο, πολυπτέρυγο
στόν ὁρίζοντα; Κι αὐτή του ἡ ἔξαρση
πού ἀνελίσσεται κάποτε καί χωρίζει
τ’ αστέρια σέ ἀπό κεῖ κι ἀπό δῶ;

Δέν ἦταν βουνό. Ἠταν τό πρῶτο ποίημα
πού ἀνοίγοντας τά μάτια μου
διάβασα, ὁ πρῶτος μου φίλος
πού συνόριαζε μέ τό φῶς.
Καί γι’ αὐτό:
μετονόμασα σέ Ταΰγετο τό ὅρος Ἀγάπη.

Advertisements