Χορός με τη σκιά μας…

Andrew_WyethsΜε μια γενεθλιακή πτώση λίγο πριν βρεθώ στη δουλειά, πέτυχα ένα τέλειο κουτσό που αισιως σήμερα πατάω καλύτερα.  Η αλήθεια είναι οτι δεν το λες σύμπτωση να τρως τέτοια τούμπα με το που ξημερώνει η νέα σου ηλικία αλλά ας το παρακάμψω.

Σε απόσταση αναπνοής από το μέρος που έπεσα, γύρισα το πόδι και μάτωσα το άλλο, κάθεται μία κυρία και περνά ένας κύριος. Η κυρία κοιτά το κινητό της. Νομίζω οτι μου έριξε μια κλεφτή ματιά. Το ζύγισε μάλλον το σκηνικό και κατάλαβε οτι παρά την κραυγή μου είμαι καλά. Γιατρός θα ναι να δεις! Ο άλλος κύριος με είδε στο πάτωμα και συνέχισε να προχωρά με τη σακούλα του. Να δεις που κουβαλούσε κρατικά μυστικά και του είχανε πει να μη σταματήσει ο,τι κι αν γίνει..και η φοβερή του μεταμφίεση με απλά καθημερινά ρούχα και το στυλ πάω στο διπλανό καφενείο να αράξω ήταν φανταστικά.

Σε απόσταση αναπνοής, σηκώνομαι κουτσαίνοντας,ψάχνοντας ένα χαρτομάντηλο στην τσάντα για να σκουπίσω αίματα γδαρσίματα κλπ. Κάθομαι και τους κοιτάζω όλους. Θέλω να γελάσω. Το είχα δει τόσο καιρό σε άλλους, το έλεγα και το κατηγορούσα μα τώρα το βίωνα και είχε άλλη γλύκα. Σε απόσταση αναπνοής φιλαράκι μου. Έμεινα με το κουτσό μου και με μια πληγή. Σε απόσταση αναπνοής κανείς δε σταμάτησε να ρωτήσει το στοιχειώδες «είσαι καλά;» και το «θες βοήθεια;». Κάποια στιγμή σαν όαση στην έρημο των Μελισσίων με τις παραισθήσεις των ανθρώπων, η κυρία δίπλα μου που τόση ώρα χάζευε το κινητό της με ρώτησε «πώς έπεσες» ..της είπα ένα «γλίστρησα» και η συζήτηση τελείωσε εκεί.

Σε απόσταση αναπνοής, πήγα με κουτσό στο αυτοκίνητο, οδήγησα με πόνο και πήγα στη δουλειά μου. Τρίτη μέρα σήμερα και αισίως πατάω λίγο καλύτερα. Το θέμα έληξε.  Σε απόσταση αναπνοής, κανείς δεν είδε το κουτσό μου.  Και αν δεν το ανέφερα σε κάποιους δεν ξέρω αν θα έβλεπαν. Ξαφνικά συνειδητοποιώ λες και δεν το ήξερα οτι οι άνθρωποι έτσι ζουν. Φυτοζωούν. Δεν κοιτάνε. Κοιτάνε μα δεν κοιτάνε. Στην καλύτερη των περιπτώσεων μπορεί να σκεφτούν οτι δεν είσαι καλά αλλά δε θα ρωτήσουν κάτι. Και δυστυχώς αυτό το συμπέρασμα είναι άκρως θλιβερό…

Οι ζωές όλων λες και είναι τόσο γεμάτες που δεν έχουνε χώρο για τη ζωή άλλου. Διαδικαστικά όλα. Να μη μιλήσουμε για άλλα. Να μείνουμε στα τυπικά. Αυτά ξέρει να τα αντιμετωπίζει καλύτερα ο καθείς. Σε απόσταση αναπνοής λέμε τα μεγαλύτερα ψέματα. Με το θράσος του εγωισμού μας και του ωχαδερφισμού μας.  Άμα τη ρωτήσω αν είναι καλά και μου πει όχι θα πρέπει να κάνω κάτι. Και δεν έχω χρόνο να κάνω κάτι. Δε θέλω να αφήσω το κινητό μου. Δε θέλω να ξεβολευτώ. Σε απόσταση αναπνοής, πιο ασήμαντοι από τους ασήμαντους.

Μάθαμε να προσπερνάμε τους άστεγους, τους χτυπημένους, τους «προβληματικούς»… Μάθαμε να πατάμε στις μύτες των ποδιών μας για να μην ξυπνήσουμε καμία ανθρώπινη πράξη βγαλμένη από τον αυθορμητισμό της καρδιάς μας. Τη μαντρώσαμε και εκείνη. Να αγαπά με όρια. Να αγαπά ως εκεί. Αυτόν αυτόν και αυτόν. Σε όλους τους άλλους ας είμεθα διαδικαστικοί, σχολαστικοί, επικριτικοί, κακοδιάθετοι. Ας τους βγάζουμε το βρώμικο κομμάτι μας. Ας αφήνουμε το καθαρό …το γεμάτο στοργή και αγάπη μόνο σε λίγους. Καβούκι. Μικρό και ασφυκτικό. Χωρά λίγους. Τόσο όσο. Ο χρόνος τρέχει…οι δουλειές τρέχουν…τι μας νοιάζει ρε κοπελιά αν κουτσαίνεις;

Μα πόσα χρόνια πίσω με γυρνάνε τα λόγια του Σεφέρη πόσο πίσω…
πόσο παράξενα  αντριεύεσαι μιλώντας  με τους πεθαμένους, όταν δεν φτάνουν πια οι ζωντανοί  που σου απομένουν…

αστείοι όλοι μας και θλιβεροί…με κουτσές ψυχές και πληγωμένες που κανείς δε θα βαστάξει. Δεν έχουμε χρόνο λέμε…Εχουμε τα δικά μας…τα σοβαρά…τα μεγαλύτερα…τα πιο σημαντικά..

Με το κουτσό μου το χαριτωμένο, και το σκίσιμο να δένει, ευγνωμωνώ το Θεό..εμένα…και εκείνους τους σημαντικούς που δε σταμάτησαν να ρωτάνε…που βρέθηκαν στη ζωή μου μακριά ή κοντά και δε χρειάστηκε να δουν ποτέ μία τούμπα για να καταλάβουν μια ..πτώση. Που ακόμα και αν δεν ήταν δίπλα να δώσουν ένα χέρι, στείλανε ένα μήνυμα, ένα mail ..ένα δίστιχο…

για όλους τους άλλους τους πνιγμένους..μόνο ένα κόκκινο φωτάκι τους αναβοσβήνω σα σήμα προειδοποίησης οτι από εκεί που βαδίζουν είναι αδιέξοδο..και με τη φόρα που πήραν θα σπάσουν την καρδιά τους σε χίλια κομμάτια…

Πάμε μαζί ετούτο το χορό με τη σκιά μας…

Το βράδυ σπίτι μου γυρίζω
κυνηγημένη σαν πουλί,
μες στα σεντόνια μου αντικρίζω
το θάνατο που με καλεί.

Κρύβω στα χέρια την καρδιά
παίρνω απ’ τις πόρτες τα κλειδιά,
και προσπαθώ να του ξεφύγω
κρυφά σαν τα μικρά παιδιά.

Κυλώ σαν δάκρυ στη σιωπή,
μέσα στου κόσμου τη ντροπή,
και σαν τα ρούχα μου ξεσκίζω
γυμνή μ’ αρπάζει η αστραπή.

Στους δρόμους σύντροφο γυρεύω
μια μπάντα παίζει το ρυθμό,
σκίζω τους τοίχους και χορεύω
να βρω τον άγνωστο αριθμό.

Κοιτάω μ’ ελπίδα μια φωτιά
που ανάβει έν’ άστρο στο νοτιά,
άραγε να ’ναι ’κει το φως μου,
το φως ή η ατέλειωτη ερημιά.

Φοβάμαι του όχλου τη χολή
ένας τυφώνας με καλεί,
η αγάπη χάνεται στη μνήμη
κι εγώ χορεύω σαν τρελή.

Advertisements