Μετανάστευση…

frsυπάρχει ένα τραγούδι, το τραγούδι μου. Σίγουρα είναι στην top λίστα. Το τραγούδαγα απανωτές φορές σαν μάζευα τα πράγματα στη βαλίτσα για να ξαναγυρίσω Πειραιά με μούτρα κατεβασμένα αφήνοντας το χρυσό νησί και την υπόσχεση της επόμενης επιστροφής.  Από όποιον κρητικό και να το έχω ακούσει έχω βουρκώσει. Ξεσηκώνει μέσα από τα φυλλοκάρδια όλες μου τις αναμνήσεις. Βαστά την αγάπη των συγγενών, του τόπου μα και την αγάπη του ίδιου του πατέρα μου, κουβαλά και το δικό του παράπονο που την άφηνε και το σήκωνα και αυτό. Εκείνη τη θλίψη για κάποιο λογο την είχα κληρονομήσει από μικρή. Η μελαγχολία των γονιών εξάλλου περνά σαν ένεση στο παιδί πριν καλά καλά μάθει να μιλά. Ετσι μου πέρασε τη χαρά και τη θλίψη σαν αντάμωνα τούτον τον τόπο και σαν τον άφηνα.

Τώρα κάθε που το ακούω, νιώθω σαν μετανάστρια.  Όχι απλά Αθηναιά μακριά από το νησί της. Νιώθω τόσο μακριά από τα παιδικά μου χρόνια που νιώθω πως μετανάστευσα. Αρχίζω και ξεχνάω τα κίτρινα δάχτυλα από τα άγουρα καρύδια που έσπαγα, τα αυγουστιάτικα σύκα στην ταβέρνα της ξαδέρφης μου, τη γεύση της γρανίτας στο καφενείο του θείου μου πάνω στα τραπέζια του  μπαλκονιού τα μεσημέρια που άκουγες μονάχα τα τζιτζίκια και το τρίκυκλο ενός άλλου αγαπημένου θείου που γύριζε για να ξεκουραστεί…

Φοβάμαι..φοβάμαι τούτο το διάολο. Το χρόνο. Μου κλέβει τις αναμνήσεις. Και δεν είναι οτι δε θα θυμάμαι πώς πέρναγα..μα είναι εκείνες οι οσμές και οι γεύσεις που μου λείπουν. Και μου πήρε όλα τα χέρια. Και να σου η κληρονομιά η νέα του πατέρα μου της θλίψης που κουβαλά μοναδικός στο δεντρί πλέον. Όλο μου το είναι νιώθει το ξεκόρμισμά του, το παράπονο, τη νοσταλγία. Και σου ρχονται τα ρημάδια τα γηρατειά και πονάς σε όλο το σώμα, ακόμα και το νησί σε κουράζει να ταξιδέψεις..να φτάσεις..να…Και δεν ξέρεις καν αν χωράς πια εκεί τώρα που είναι όλοι «ποθαμένοι» όπως λέμε στο νησί.

Μετανάστευση. Της παιδικότητας. Στο νησί της δήθεν ωριμότητας. Που παγώνει τις αναμνήσεις. Που στερεί τις εμπειρίες εκείνες τις πρώτες. Μετανάστευση. Και πονάω για όσους φύγανε μα και για όσα χάνω και θα χάνω. Μάνα και κόρη μαζί και ανιψιά και εγγόνι. Είμαι όλα αυτά. Και μέσα μου λυγάνε εκείνα τα παιδικά χέρια και τα τρυφερά χάδια που εισέπραξα και τις γλυκές κουβέντες..τα καρπούζια της αυλής και τις ματινάδες που άναβαν σαν σπίρτα.

Μετανάστευση σίγουρα. Και εγώ η ξενιτεμένη που νοσταλγώ. Και που βάζω να παίζει το αγαπημένο μου τραγούδι..και νιώθω να κρατώ μια βαλίτσα άδεια..κοιτάζοντας στον τόπο των αναμνήσεων…δακρύζοντας για εκείνο που ήρθε και εκείνο που δεν ήρθε.

Ψάχνοντας συνεχώς για έναν τόπο που να ανήκει  η ψυχή καλύτερα…πολεμάω με νύχια και με δόντια καμιά φορά φιλαράκι να μην αφήσω πίσω τούτα που σχημάτισαν το χαμόγελό μου, τον αυθορμητισμό μου, τα λόγια μου. Γιατί και τούτα κρυφή κληρονομιά είναι από το δεντρί μου το ξέρω. Μέσα μου έχω πηλό. Μέσα μου έχω ρίγανη και φασκόμηλο. Μέσα μου έχω θυμάρι και βασιλικό. Χαρούπια και χοχλιούς.

Μέσα μου έχω θάλασσα…

[..]Μεσοπέλαγα αρμενίζω κι έχω πλώρα τον καημό
κι έχω την αγάπη πρίμα κι άλμπουρο τον χωρισμό
Την κορφή του Ψηλορείτη με παράπονο θωρώ
και με δάκρυα απ’ την Κρήτη φεύγω κι αποχαιρετώ
Μαύρη μοίρα το `χει γράψει, να μακραίνω, να χαθώ
και να ζω μακριά απ’ την Κρήτη κι από κείνη π’ αγαπώ
Θάλασσα, μη με διώχνεις μακριά […]

Κώστας Μουντάκης 

Advertisements