Άνυδρο Μέλλον

Ταξιδεύαν για ώρες.

Η αλμύρα είχε κάψει το σώμα της και το μουσκεμένο μαντήλι της, πάγωνε το κουρασμένο πρόσωπό της. Το μωρό έκλαιγε μα δεν είχε να το βυζάξει τίποτα. Το ακούμπαγε στο στήθος για να το κοροϊδέψει. Μόνο δάκρυα είχε. Τούτα βγαίναν κι ας μην είχε στάλα νερού μέσα της, μέρες τώρα.

Θα φτάσουν ‘σε λίγο’. Και το ‘σε λίγο’ γινόταν όλο και πιο αβέβαιο. Σα να μην υπήρχε. Και να υπάρχει, το ξέρει. Για εκείνους δρόμος δεν υπάρχει. Κι ας πατήσουν σε στεριά. Κι ας πατήσουν στο ξένο χώμα με περήφανα βήματα.

Ποια περηφάνια… Γελάει και ένα κύμα την ξανακάνει μούσκεμα. Ίσα που προλαβαίνει να καλύψει με τα χέρια το παιδί. Το κοιτάζει λυπημένη.

Χεράκια τρυφερά. Άνυδρο μέλλον.

Advertisements