Σαν τότε, σαν όποτε, σαν πάντα

bbΣε ένα κουτί έχω κλειστεί. Από εκείνα τα μάυρα των αεροπλάνων. Που θα τα γνωρίσεις  μονάχα αν έχει γίνει το κακό. Δεν ξέρω πότε μπήκα εκεί μέσα. Μα είναι μέρες που ένα άπλωμα χεριού να κάνω ακουμπάω τοίχο. Ετούτον τον αδιαπέραστο τοίχο. Και να θέλω να δώσω το χέρι μου φτάνει μονάχα ως εκεί. Και να θέλω να φωνάξω η κραυγή χάνεται μέσα στο μικρό μου τετράγωνο χώρο.

Θέλω να σου δώσω την χορταστική εκείνη ανάσα μα είναι σα να έχω χάσει τη δική μου. Σαν πέφτει η μέρα, σαν σβήνουν τα φώτα, σαν κλείνει η αυλαία, στο κουτί μου κλείνομαι και φυλακίζω τη ζωή όπως οι περισσότεροι. Κουτιά αφημένα. Μαύρα παράταιρα στο χώρο. Όσο δίπλα κι αν στέκουν δε μπορούν να ανταλλάξουν καπνούς συναισθημάτων, κραυγές. Και αν δεν ανταλλάξεις τις κραυγές σου με τον άλλον πώς θα ουρλιάξει το σκοτάδι; Πώς θα αντηχήσει η ελπίδα σαν ήλιος μετά την καταιγίδα;

Ξέρεις κάτι; Να τα ανοίξουμε λέω εγώ. Να βγούμε έστω για λίγο με μεγάλα πινέλα και μπογιές και να τα χρωματίσουμε. Να πάρω το πινέλο και να σου ρίξω μια στο πρόσωπο και να σε κάνω χρωματιστό. Κι ύστερα να μου ρίξεις κι εσύ θαλασσί στα χέρια να κολυμπήσουν στην ατελείωτη ώρα της αγάπης. Ας τα αφήσουμε στην άκρη τα κουτάκια αυτά. Ας πούμε πως σήμερα, αύριο, μεθαύριο θα τα τιμωρήσουμε στη γωνία. Ας τους μάθουμε πώς να κάνουν τρύπες, πώς να φτιάξουν παράθυρα. Ναι παράθυρα. Από εκείνα που θα βλέπει ο ένας τον άλλον και θα χαιρετιούνται στη μέρα. Μα πιο πολύ στη νύχτα. Ναι στη νύχτα να χαιρετιούνται πιο πολύ.

Σαν σταματά η ροή της μέρας, εκεί μέσα στο σκοτάδι να γεμίσει ο χώρος από φωτεινά κουτιά σαν πυγολαμπίδες, σαν φανάρια. Να ανοίξω την πόρτα και να χτυπήσω τη δική σου. Ήρθα, να σου πω. Σαν τότε. Σαν οποτε. Σαν πάντα. Σε αγαπώ, να σου πω. Σαν τότε. Σαν όποτε. Σαν πάντα. Και να πάρουμε εκείνο το σφυρί να τα γκρεμίσουμε τα τείχη. Να μη μάθει κανείς και ποτέ πώς έγινε ετούτο το «δυστύχημα». Να μη μάθει κανείς και ποτέ πώς έγινε το όμορφο ευτύχημα..

Σαν τότε. Σαν όποτε. Σαν πάντα..

Advertisements