Αποτύπωμα

Ακούγοντας Ψαραντώνη και πάλι.  Θες η βροχή θες ο καιρός αυτή η αναταραχή ταιριάζει με έναν άνθρωπο σαν τον Ψαραντώνη. Είναι η κρητική μου ρίζα που με φέρνει σε ισορροπία το ξέρω. Σα να φέρνει στα ίσα το ανήσυχο μυαλό, σα να πατάει την παύση σε οποιοδήποτε ανέβασμα στο βουνό μου. Σα να μου λέει, άκου και λίγο τον καιρό. Αφουγκράσου τη φύση. Αν δεν κατανοήσεις τα στοιχειά της, αν δεν μυρίσεις τη βροχή πριν έρθει, αν δε νιώσεις το κρύο ως το κόκκαλο, αν δε μάθεις τις μυρωδιές της Άνοιξης,  τι καρπούς θα περιμένεις;

Στάσου και λίγο. Η βροχή σε φωνάζει. Ο χειμώνας σε καλεί. Με την αγριάδα και τη μουντάδα του. Με τις ανεμοθύελλες και τα χαλάζια του. Ο αετός μαθαίνει  στα κρούσταλα τυλιγμένος μέχρι να τα λιώσει ο ήλιος λέει το όμορφο ριζίτικο. Πώς θα περιμένεις ετούτη τη ξαστεριά αν δε σε τρυπήσει ετούτο το κρύο; Αν δεν τυλιχτει σε κουβέρτα μάλλινη το νεογέννητο όνειρό σου πώς θα το φτάσεις μέχρι το καλοκαίρι; 

Κι ύστερα αφήνω τη σιωπή μου να τυλιχτεί σε τούτο το τραγούδι. Βουβή και βαθιά ταραγμένη χωρίς να ξέρω να αποκωδικοποιήσω ετούτην την ταραχή. Καμιά φορά χρειάζεται να ταραχτεί ολόκληρο το σύμπαν για να φτιαχτεί ο κόσμος μου λέω. Να τοποθετηθούν στις σωστές θέσεις τα αστέρια, να γυρίσουν οι πλανήτες, να στροβιλιστεί η γη των ονείρων.

Πατώ δεν πατώ, δε με νοιάζει. Στέρεα ή μη, μια ρίζα καθορίζει το γενναίο μου βήμα και αυτό μου αρκεί. Φωνάζει ο παππούς μου κι εγώ που δεν τον γνώρισα ποτέ μου, υπακούω στο αίμα μας που κοχλάζει. Θα βρεθούμε. Θα βρεθούν οι δυνάμεις μας. Θα ηχήσουν. Θα ηχήσουνε μαζί τα πόδια μας σαν κατεβαίνουν τη στράτα. Με στοιβάνια παππού. Και με μαχαίρια κρητικά. Θα προχωράμε σφάζοντας οτιδήποτε περιττό χωρίς να ματώνει, τεμαχίζοντας τους διαόλους μας. Θα υπακούσουμε. Θα υπακούσουμε παππού στην τρυφερή μας θέληση.

Θα φυτρώσει εκείνο το λουλούδι το διαφορετικό πάνω στο χιόνι. Τούτα είναι τα θαύματα της ψυχής. Τούτο είναι το κάρμα μας. Πάνω σε μια πέτρα ένα βέβαιο αποτύπωμα. Εσυ και εγώ. Εσύ και εγώ και οι επόμενοί μας.  Στο χρόνο που δε γράφει…

Πέτρα βουβή στο βορεινό πως νταγιαντίζεις πε μου
το ξεροβόρι του χιονιά, την όργητα τ’ ανέμου.
Κι οι πέτρες δεν την έχουνε την τόση αμοναξά μου
γιατί είδα μια κι είχε αγκαλιά τη ρίζα τ’ ασφεντάμου.

Ψαραντώνης – Πέτρα βουβή

Advertisements