Απέναντι όχθη

exst

Χειμωνιάζει. Ο καιρός μας φέρνει μυρωδιές. Μεγαλώνει το πλασματάκι μου. Τα απογεύματά μας γεμάτα απο όνειρα, παραμύθια σκανταλιές και βόλτες χέρι χέρι. Γέλια τσακωμοί θυμοί και λύπες. Φιλοσοφημένες κουβέντες. Πάμε πακέτο μικρή μου. Κι αυτό είναι όμορφο. Και ξεχωριστό. Με περιμένεις να έρθω. Στο λιγοστό του χρόνου στο εκείνο μετά τη δουλειά που κάποια πρωινά με σφίγγεις και δε θες να φύγω. Να πάμε να κολυμπήσουμε ή να ακούσουμε ένα παραμύθι. Να δούμε ένα θέατρο ή να παίξουμε οι ίδιες.

Θέατρο. Γελάω. Σινεμά. Επισης. Ποτό. Καφές. Φίλοι. Και εκείνοι οι παρολίγον φίλοι αλλά δε μας έκατσε. Βλέπεις ο κόσμος προχωρά. Δίκιο έχει. Κανονίζει τα μεγάλα του και τα μικρά. Ο καθείς με τις προτεραιότητές του. Χωράς. Σε χωρά. Δε χωράς. Δε σε χωρά. Το να πεις σε ένα φίλο έλα σε ένα πάρκο αντί σε μια καφετέρια δεν είναι πάντα κατανοητό. Ούτε μπορεί να καταλάβει πόσα δε μπορείς να στριμώξεις για να βρεθείς κάπου. Και πόσες φορές σε έχουνε πάρει τα ζουμιά για αυτήν την απουσία ή την έλλειψη προγράμματος. Κάποιες φορές το καταφέρνεις. Και δεν ξέρεις ποιον και τι από όλα να βρεις και να κάνεις. Διαλέγεις ό,τι μπορείς και προχωράς. Με τις παρεξηγήσεις των άλλων και τις παρανοήσεις. Τα δε με θες, τα δε σου λείπω, τα δε σου μιλάω. Μωρουδίστικες βλακείες μη κατανοητές.

Η ζωή κυλά. Ναι δεν ξέρω τι ταινίες παίζουν αυτόν τον καιρό, ούτε ποιο θεατρικό σκίζει. Επίσης δεν ξέρω ποια μπαρ άνοιξαν τελευταίως και ποιο το ποτό της σεζόν. Και δεν ξέρω αν θα τα μάθω ποτέ. Ισως πάντα να ήμουν και σπιτόγατα. Δε θυμάμαι πότε με έφεραν οι καταστάσεις κλεισμένη σε ένα σπίτι πότε ήταν υπαρκτές και πότε καταθλιπτικά σχεδόν ανύπαρκτες. Τι σημασία έχει. Το δικαιολογητικό μου χαρτί το έχω συγγράψει πλέον. Τα έχω καλά με το παρελθόν. Με το παρόν. Με το μέλλον δεν ξέρω ακόμα. Αποφάσισα να μην του δίνω και πολλή σημασία και οι ρυθμοί άλλαξαν. Σαν δικαιολογία ακούγεται αλλά δεν είναι έτσι. Σαν μία θέση στη ζωή αυτόν τον χρονικό καιρό και ό,τι γίνει.

Η ηλεκτρονική μου μορφή αυτόν τον καιρο πενθεί. Πονά. Ή μάλλον νιώθει πληγωμένη. Με όσα της είπαν. Με όσα άκουσε. Και με όσα ένιωσε. Μα πίσω από αυτή τη μορφή είμαι μια εργαζόμενη μάνα. Νοικοκυρά. Μαμά. Και χωράω να είμαι και συγγραφέας. Και επιμελήτρια. Και ερασιτέχνις φωτογράφος. Μα πάνω από όλα μαμά. Μαμά που τρέχει να προλάβει μια νταντά που πάντα πρέπει να φύγει νωρίς, που αν δε μπορεί μία φορά να έρθει όλα αντρέπονται και ιδιαιτέρως δύσκολα. Διαπίστωσα επίσης οτι είναι πολύ δύσκολο να αρρωσταίνεις. Σα να μη σου επιτρέπεται. Και συνειδητοποιείς πόσα πολλά μπορείς να κάνεις άρρωστος. Και όταν άλλοι κρατάνε αγκαλιά μια λεκάνη και βαρυγκομούν εσύ μπορείς να μαγειρεύεις, να λες παραμύθια και να κάνεις δουλειές.

Μουρμουράς θα μου πεις. Και δίκιο θα έχεις. Μία γκρίνια παράπονο. Σε σενα που λες οτι δε θέλω να σε δω. Σε μένα που δε σε χωράω. Και σε όσα χωρίζουν αυτήν την αλήθεια. Και σε όσα στριμώχνονται. Περνάνε αυτές οι μελαγχολικές στιγμές που νιώθω κομμένη στα δυο. Ενας εαυτός πετά, βγαίνει από το σπίτι και μυρίζει τα ποπ κορν και μεθά με βότκα μαρτίνι και ένας άλλος γράφει και γράφει, ύστερα βάζει πλυντήριο, τακτοποιει τα πιάτα, μαγειρεύει για αύριο, ξανατακτοποιεί, και κάπου ανάμεσα σε καναπέδες, χαλιά και αν προλάβει να φτάσει σε ένα κρεβάτι αφήνει ένα χασμουρητό τεράστιο και βυθίζεται για λιγοστές ώρες στον ύπνο και η μέρα ξημερώνει τα ίδια.

Θα ήθελα να ήσουν κι εσύ κι εσύ κι εσύ… λιγάκι πιο υπομονετικοί. Πιο καταδεκτικοί. Πιο συναισθηματικοί. Δεν ξέρω. Θα ήθελα να δίνεται το οκ να υπάρξει και αυτή η κατάσταση χωρίς ανεβοκατεβάσματα διαθέσεων χωρίς τοίχους, το βαρέθηκα το στήσιμο στον τοίχο, χωρίς μαύρο και άσπρο. Θα ήθελα εκείνη την παρέα από μερικούς μερικούς να δηλώναν πως ξέρουν, καταλαβαίνουν και είναι εδώ. Στο εδώ που μπορώ να προσφέρω. Γιατί τόσο μπορώ. Και είναι να γελάς από μερικούς. Τους στέκεσαι έστω και από μακριά με έναν τρόπο που μόνο αγάπη δηλώνει μα πάνε και στο βάζουν σα μαχαίρι στο λαιμό. Ή με αγαπάς έτσι ή διαφορετικά δεν έχει. Και αρχίζεις να απορείς τελικά. Για όσα έδωσες και για όσα παίρνεις.

Μα δυστυχώς. Για μερικούς όλα  αυτά μεταφράζονται με έναν τρόπο. Στεγνό και απίστευτα σκληρό μερικές φορές. Και σε εμένα που δε μπορώ να αλλάξω το στήσιμο της ζωής μου ενίοτε φαίνονται τόσο απογοητευτικά. Καμιά φορά φιλαράκι μου γεννάνε κάτι ενοχές..κάτι τύψεις και κάτι κλάματα που μου κόβουν την ανάσα. Μα ύστερα μετρώ. Και κοιτάζω απο΄τη μεριά των σωστών μου ανθρώπων. Της οικογένειας των φίλων και στρώνω. Και λέω οκ. Η ζωή προχωρά με τα διαμάντια μας. Με εκείνους που στέκουν δίπλα και όχι απέναντι…

Τράβα λοιπόν… στα μπαρ..στα σινεμά και στα θέατρα. Και κλείσε και την πόρτα γιατί μπάζει.

Advertisements